Άρθρο του Σωκράτη Β. Σίσκου
Συγγραφέα & Αρθρογράφου/Αναλυτή
Όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο για την ελληνική γλώσσα των 4000 ετών, το Υπουργείο Παιδείας είχε καταρτίσει ολοκληρωμένο πρόγραμμα για την ανάταση του Ελληνικού Πολιτισμού και ιδιαίτερα την γενίκευση και βελτίωση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στα σχολεία της χώρας. Δηλωνόταν στην εκπαιδευτική ηγεσία ότι, το τρίδυμο ΓΛΩΣΣΑ, ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ και ΠΑΙΔΕΙΑ, θα αποτελούσαν το ενιαίο και μοναδικό σύνολο, το οποίο δημιούργησε τον οικουμενικό Ελληνικό πολιτισμό. Εκτεταμένο κείμενο για τη γλώσσα, αφιερωνόταν στην ενιαία μορφή της και στον κατάλληλο τρόπο διδασκαλίας της αρχαίας, για να την κατανοούν και οι σύγχρονοι Έλληνες. Είναι θλιβερό και ταπεινωτικό θέαμα, να βρίσκονται Έλληνες και Αλλοδαποί στην ίδια φιλική ή επαγγελματική ομάδα και μόνον κάποιοι ξένοι, μερικές φορές χωρίς κλασική παιδεία, να μιλούν τα αρχαία ελληνικά.
Πολλοί μορφωμένοι ξένοι, κυρίως φιλόσοφοι, καθηγητές, ποιητές, ιστορικοί, γλωσσολόγοι κ.ά., μιλούν τα αρχαία ελληνικά, αλλά και εκφράζουν απεριόριστο θαυμασμό για τον ελληνικό πολιτισμό. Ενδεικτικά ας αναφέρουμε μερικούς:
-Ο γνωστός γάλλος γλωσσολόγος και καθηγητής της Σορβόννης Ζοζέφ Βαντριές, έχει γράψει για την ελληνική γλώσσα, ότι είναι «το ωραιότερο εργαλείο, για να εκφραστεί η ανθρώπινη σκέψη». Ο Οδυσσέας Ελύτης συμπλήρωσε εύστοχα ότι, «αυτό το εργαλείο μαγείας, είναι και φορέας ηθικών αξιών».
-Η πασίγνωστη γαλλίδα ακαδημαϊκός Ζακλίν ντε Ρομιγ είπε πως, «Όποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ελληνικά».
-Ο γερμανός φιλόσοφος και ελληνιστής Μάρτιν Χάιντεγκερ, είπε για την ελληνική γλώσσα τα εξής: «Η αρχαία ελληνική γλώσσα δεν είναι απλώς μια γλώσσα όπως οι άλλες. Είναι η ίδια η σκέψη ως γλώσσα». Στο βιβλίο του «Διαλέξεις και Δοκίμια (1954)», αναλύει τον ελληνικό «Λόγο» (LOGOS-«Heraklit, Fragment 50») και θεωρεί ότι η ελληνική γλώσσα αποτελεί το αποτελεσματικότερο μέσον, για την προβολή των πνευματικών δυνάμεων της ανθρώπινης μεγαλοφυΐας.
Υπάρχουν όμως και άλλοι ξένοι επιστήμονες, των οποίων οι επαγγελματικές τους εργασίες δεν έχουν σχέση με πολιτιστικά θέματα, αλλά χάρη στη γνώση των αρχαίων ελληνικών, πρόσφεραν, άμεσα ή έμμεσα, πολύτιμα οφέλη στον Ελληνισμό. Ο Μάικλ Βέντρις ήταν αρχιτέκτονας και ερασιτέχνης γλωσσολόγος, αλλά κατόρθωσε να αποκρυπτογραφήσει τη Μυκηναϊκή Γραμμική Β και μπορούμε σήμερα να μιλάμε για ελληνικό προφορικό λόγο 4000 ετών και για γραπτό 3500 ετών. Ο Χάινριχ (Ερρίκος) Σλήμαν ήταν γερμανός επιχειρηματίας και ερασιτέχνης αρχαιολόγος. Οι ανασκαφές του στην Τροία απέδειξαν ότι, τα Ομηρικά Έπη δεν ήταν μύθοι, αλλά βασίζονταν σε ιστορικά γεγονότα του Τρωικού Πολέμου. Ο Ζαν Σομπολιόν, γάλλος ερευνητής ανατολικών γλωσσών, χάρη στο διάταγμα τουΠτολεμαίου Ε’ του 196 π.Χ., που διασώθηκε στην πέτρινη «Στήλη της Ροζέτας», γραμμένη στα Ελληνικά και Αρχαία Αιγυπτιακά, κατόρθωσε να αποκρυπτογραφήσει τα ιερογλυφικά.
Από τα λίγα αυτά παραδείγματα αποδεικνύεται η οικουμενική χρησιμότητα της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, στις επιστήμες, στα γράμματα, στην ιστορία και στον πολιτισμό. Η εμφανής χρησιμότητα της Αρχαίας, στον εμπλουτισμό της δημοτικής νεοελληνικής γλώσσας, σε μια ενιαία γλωσσολογική οντότητα, κατανοείται και από τον πιο ανίδεο πολίτη, με το απλό «πείραμα» στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, το οποίο περιγράψαμε στο προηγούμενο άρθρο.
Όπως διαπιστώσαμε στο αρκετά εκτεταμένο κείμενο της Ιστορίας του Θουκυδίδη και μόνο με ασήμαντες γραμματολογικές αλλαγές, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής θεώρησε ως λέξεις της Δημοτικής, τις 65 από τις 70 λέξεις της αρχαίας αττικής διαλέκτου. Αλλά τότε δικαιολογημένα θα ρωτήσει κάποιος!. Γιατί δεν καταλαβαίνουν τα αρχαία ελληνικά οι νεοέλληνες και οι μαθητές των σχολείων οι οποίοι τα διδάσκονται; Η απάντηση είναι πως ο τρόπος διδασκαλίας τους είναι τέτοιος, που αναπότρεπτα τους εμποδίζει να τα μάθουν και να τα κατανοούν. Κανένας, ούτε τα νήπια θα μπορούσαν να μάθουν τη μητρική τους γλώσσα, αλλά ούτε και οι ενήλικες μια οποιαδήποτε ξένη γλώσσα, αν ο δάσκαλος τους βομβαρδίζει με ατέλειωτους και άχρηστους συντακτικούς και γραμματικούς κανόνες, χωρίς να γίνεται η εκμάθηση, με μικρές στην αρχή εύχρηστες και καθημερινής χρήσης προτάσεις. Για αποτελεσματικότερη αφομοίωση λέξεων και εννοιών, θα μπορούσε να εφαρμοσθεί η ολική μέθοδος ανάγνωσης του Ντεκρολί. Ένας ενήλικας ο οποίος κατανοεί, όπως είδαμε, τις περισσότερες μεμονωμένες αρχαίες λέξεις, οι οποίες χρησιμοποιούνται και στην ομιλούμενη σήμερα Δημοτική, θα μπορεί «να διαβάζει διαβάζοντας και να μιλά μιλώντας», όπως μαθαίνει το νήπιο, ανταλλάσσοντας λέξεις και φράσεις με τη μητέρα του.
Ο μη ενδεδειγμένος επιστημονικά τρόπος διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, δεν είναι κάτι το καινούργιο και πρόσφατο. Θυμάμαι, ως μαθητής στο Γυμνάσιο της δεκαετίας του 1950, που επί μήνες ο εξαίρετος φιλόλογος καθηγητής μας, αγωνιζόταν για να μάς μάθει να αποστηθίσουμε, σε όλους τους χρόνους και τις φωνές (ενεργητική, μέση και παθητική) το ρήμα «λύω». Ήταν το πρότυπο για την εκμάθηση πλήθους άλλων ρημάτων της πρώτης ή της δεύτερης συζυγίας. Έτσι, σπαταλήθηκε τελείως άσκοπα τεράστιος χρόνος, για να μάθω π.χ. την Ευκτική του Παθητικού μέλλοντα (λυθησοίμην, λυθήσοιο, λυθήσοιτο, λυθησοίμεθα, λυθήσοισθε, λυθήσοιντο) ή του Υπερσυντέλικου της Οριστικής στην Ενεργητική φωνή (ἐλελύκειν, ἐλελύκεις, ἐλελύκει, ἐλελύκεμεν, ἐλελύκετε, ἐλελύκεσαν). Άχρηστες γνώσεις για έναν μη ειδικό στην επιστήμη της κλασικής φιλολογίας.
Ποτέ δεν μιλήσαμε χρησιμοποιώντας μικρές φράσεις από τα αρχαία κείμενα. Αν ο χρόνος που διατέθηκε για την παπαγαλίζουσα εκμάθηση του «λύω» και των άλλων αμέτρητων ομαλών ή ανώμαλων ρημάτων, αφιερώνονταν σε διαλογική συζήτηση στα αρχαία ελληνικά, είμαι βέβαιος πως θα μιλούσα με άνεση την αττική διάλεκτο, πριν αποφοιτήσω από το τότε 8τάξιο Γυμνάσιο.
Φαίνεται πως με την αποτελεσματική μέθοδο «μαθαίνεις να μιλάς μιλώντας», έμαθε τα ελληνικά του ο γάλλος συγκοινωνιολόγος κύριος Ρολλέ, όταν σε μια επαγγελματική μας συνεστίαση στη Θεσσαλονίκη, άρχισε να μιλά αρχαία ελληνικά και να απαγγέλει, μπροστά σε κατάπληκτους Έλληνες και Γάλλους συνδαιτυμόνες, ένα εκτεταμένο κείμενο από τις «Ευμενίδες» του Αισχύλου. Και να σκεφθεί κανείς πως αυτός ο μηχανικός (ειδικός συγκοινωνιολόγος), δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με την κλασική φιλολογία.
Τέτοιες στιγμές ένας Έλληνας που έχει, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι, «λίγη τσίπα», θα πρέπει να ντρέπεται που δεν γνωρίζει και δεν καταλαβαίνει ούτε μια λέξη από τα έργα του Αισχύλου, του Σοφοκλή ή του Ευριπίδη.
Η γλώσσα είναι ένας από τους βασικούς συνδετικούς κρίκους των γεγονότων στη διαχρονική ιστορική πορεία του ελληνισμού. Το τόνισε με έμφαση και ο Οδυσσέας Ελύτης μπροστά σε ένα ευρωπαϊκό κοινό διανοουμένων και αξιωματούχων, στη διάρκεια της τελετής της Σουηδικής Ακαδημίας, για την απονομή του Βραβείου Νόμπελ της Λογοτεχνίας το Δεκέμβρη του 1979. Αξίζει τον κόπο να διαβάσουμε ένα απόσπασμα αυτού του θαυμάσιου «Λόγου». Είναι ένας ύμνος για την Ελληνική Γλώσσα:
«…. Η εφετινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας, δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με τη χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος, που κατάντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών.
Είναι, το ξέρω, άτοπο ν' αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις. Και ακόμη πιο άτοπο να επαινεί το σπίτι του. Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στο βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μια ορισμένη κατάσταση πραγμάτων. Και είναι σήμερα η περίπτωση.
Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλ' αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια (ΣΣ=Αποδείχτηκε από τον Μ. Βέντρις ότι μιλιέται επί 4.000 και γράφεται επί 3.500 χρόνια) χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικοπνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής, όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα, τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μια Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ., χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρισμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας.
Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δε θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος είκοσι πέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω, ούτε ένας (αιώνας), που να μη γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου