Το ακριβό τίμημα που πληρώνει η εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού από τις εξαγωγές ρεύματος όταν αυτές στηρίζονται στο φυσικό αέριο αναδεικνύει νέα ανάλυση του Green Tank. Σύμφωνα με τις προσομοιώ σεις, εάν η ηλεκτρική ενέργεια που παρά γεται από αέριο για εξαγωγές είχε υποκατασταθεί από πρόσθετη παραγωγή ΑΠΕ, το όφελος για τους Έλληνες καταναλωτές θα ξεπερνούσε το 1 δισ. ευρώ, με παράλληλη διατήρηση του εμπορικού ισοζυγίου σε ισχυρά θετικό έδαφος. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στις εξαγωγές αυτές καθαυτές οι οποίες έχουν γυρίσει σε θετικό έδαφος το εμπορικό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, αλλά στο καύσιμο που χρησιμοποιείται για την παραγωγή τους.
Η Ελλάδα έγινε καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας το 2004, πολύ νωρίτερα από ό,τι προέβλεπε το ΕΣΕΚ. Έκτοτε η μεταστροφή ήταν εντυπωσιακή. Οι καθαρές εξαγωγές δεκαπλασιάστηκαν μεταξύ 2004 και 2005, ενώ μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 2006 ήταν κατά 74% υψηλότερες από το σύνολο του 2025. Η εξέλιξη αυτή είχε σαφές οικονομικό όφελος από τις αρχές του 2004 έως τα μέσα του 2000 το εμπορικό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε σωρευτικά τα 1212 εκατ. ευρώ,δημιουργώντας σημαντικά έσοδα για τους παραγωγούς. Η άλλη πλευρά της εικόνας, όμως, βρίσκεται στο μείγμα με το οποίο παράγεται το ρεύμα που εξάγεται.
Παρά την αντίληψη ότι η εξαγωγική επίδοση της χώρας τροφοδοτείται κυρίως από τις ΑΠΕ, το φυσικό αέριο έχει σημαντική συμμετοχή τις ώρες κατά τις οποίες η Ελλάδα ήταν καθαρά εξαγωγική, το μέσο μερίδιο του αερίου στο μείγμα εγχώριας παραγωγής έφτασε το 35.81% την περίοδο Ιανουαρίου 2004 Ιουλίου 2006.
Και εδώ βρίσκεται σύμφωνα με την ανάλυση του Green Tank, το κόστος για την ελληνική αγορά. Η πρόσθετη λειτουργία των μονάδων φυσικού αερίου προκειμένου να καλύψουν εξαγωγές προς τις γειτονικές χώρες πιέζει προς τα πάνω την τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας. Με δεδομένη τη στενή σύνδεση χονδρικής και λιανικής η επιβάρυνση αυτή καταλήγει στους Έλληνες καταναλωτές.
Με τη χρήση μοντέλου μηχανικής μαθησης, το Green Tank εκτιμά ότι χωρίς την πρόσθετη παραγωγή αερίου για εξαγωγές, η μέση ΟΑΜ την περίοδο των 31 μηνών που εξετάζεται θα ήταν χαμηλότερη κατά 6.23 ευρώ ΜWh ή 6.231. Μόνο στους πρώτους επτά μήνες του 2006, αντί για 949 ευρώλ ΜWh η μέση τιμή θα μπορούσε να είχε διαμορφωθεί στα 87.6 ευρώ.
Η διαφορά μεταφράζεται σε σημαντικό κόστος. Για την περίοδο Ιανουαρίου 2004 Ιουνίου 2006, η εκτιμώμενη επιβά ρυνση των καταναλωτών φτάνει τα 889.4 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας το όφελος των 121.2 εκατ. ευρώ από το θετικό εμπορικό ισοζύγια.
Η εικόνα αλλάζει πλήρως εάν οι εξαγωγές διατηρηθούν, αλλά το φυσικό αέριο αντικατασταθεί από πρόσθετη παραγωγή ΑΠΕ. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων αν, αντί για πρόσθετη τον παραγωγή ΑΠΕ, οι καταναλωτές στην ηλεκτροπαραγωγή από ορυκτό αέριο, οι εξαγωγές καλύπτονταν από επιπλέον ισόποση παραγωγή ΑΠΕ η Ελλάδα θα ωφελούνταν με €1.000 δισεκ για ολόκληρη την περίοδο των 31 μηνών πανουάριος 2004 Ιούλιος 2006). Η ΟΑM θα ήταν κατά μέσο όρο χαμηλότερη κατά 7,24 ευρώ/MWh ενώ επιπλέον, το εμπορικό ισοζύγιο θα ήταν ισχυρά θετικό με συσωρευτικά οφέλη 605,4 εκατ. ευρώ έως τον Ιούνιο 2020.
Με βάση τα αποτελέσματα του συγκεκριμένου σεναρίου σε σχέση με τα όσα έγιναν στην πραγματικότητα βασικό σενάριο), ναι μεν οι παραγωγοί ενέργειας αποκομίζουν λιγότερα έσοδα (κατά 215.7 εκατ. ευρώ) από τις εξαγωγές των ίδιων ποσοτήτων ενέργειας λόγω σημαντικά μει ωμένης DAΜ, αλλά τα οικονομικά οφέλη για τους καταναλωτές της Ελλάδας είναι πολύ αυξημένα. Συνεπώς, συνολικά η υλοποίηση αυτού του σεναρίου θα οδηγούσε σε σημαντική ελάφρυνση των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας, καταλήγει η ανάλυση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου