Τρίτη 2 Μαρτίου 2021

Ηράκλεια Προποντίδας: Το λιμάνι των μελλοθανάτων (Οκτώβριος 1915)

 


Έξω απ’ την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων της Ηράκλειας, καμιά δεκαριά σκελετωμένοι έτρεξαν κοντά στους καινούργιους εξόριστους, φίλησαν το χέρι του παπά και γύρεψαν ψωμί. Η Θεοδώρα κι η Λαμπρινή έβγαλαν απ’ τα ζεμπίλια τους και τους έδωσαν από λίγο. Εκείνοι το άρπαξαν, το κατάπιαν σχεδόν αμάσητο κι έφυγαν. Μια γιαγιά έφαγε καναδυό βούκες και το άλλο το έκρυψε στην τσέπη της ποδιάς της. Έκαμε να φύγει, αλλά το μετάνιωσε. 

Γύρισε κι έκατσε στα σκαλοπάτια της εκκλησίας. «Εμένα με σκούζνε (με φωνάζουνε) Μαριγώ... Κατσίτε (καθίστε) τώρα κι εσείς, ν’ αλλάξμε καμιά κουβέντα. Να διούμε τι γένεται στον όξω τον κόσμο. Έχμε καιρό να κρένουμε με κανονικόν άνθρεπο. Εμείς εδώ είμαστε σαν τα χαϊβάνια που τα πααίνε στο μαχαίρ’!» 

Δεν της χάλασαν το χατίρι κι έκατσαν ολόγυρα. Μα πριν αλλάξουνε κουβέντα, τους ζύγωσε αλαφιασμένη μια γυναίκα. 

«Εδώ είσαι, μαρέ μάνα, κι έφαγα τον κόσμο να σε γυρεύω; Με λαχτάρσες. Δε σε είπα να μην ξεμακραίνς από κοντά μας; Θα πέσεις καμιάν ώρα καταής και.. 

«Καλά, μπρε παιδάκι μ’, μη με μαλώνς. Να, στην εκκλησία ήρτα και μιλούμε με τσ’ ανθρώπ’. Κάτσε κι εσύ κομματάκ’!» αποκρίθηκε η γιαγιά και γυρνώντας στους άλλους συμπλήρωσε: «Είναι η θεγατέρα μ', η Αθηνά. Απ’ αγάπ’ με μαλών’». 

Η Αθηνά κάθισε στο σκαλί, κι έδωσαν και σ’ αυτήν λίγο ψωμί.

«Εσείς από πού είσαστε, γιαγιά;» ρώτησε ο παπάς.

«Εμείς, πάτερ, είμαστε απ’ το Σαμμακόβ’, το Ντεμίρκιοί, άμα έχτε ακουστά, μα εδώ έχ’ από χίλια δυο χουριά. Απ’ την Τρουλιά, τον Άγιο Στέφανο, το Σκοπό, το Σκεπαστό, τσι Σοφίδες, τη Βιζώ, το Σαράι... Απ’ ούλ’ τη Θράκ’. Εδώ, ήμασταν απάν’ από δεκαέξ' χιλιάδες κι απόμναμε οι μισοί, μπορεί και παρακάτ’. Ο κόσμος πεθαίν’ κοπαδιαστά. Άλλος από τύφο, άλλος από χολέρα, άλλος απ’ την πείνα, άλλος απ’ τα βρομόνερα που πίνμε. Όπως είδιατε ακόμα κι ο αγέρας μυρίζ* πεθαμό. Όντας ήρταμε, πέθαιναν ίσαμε σαράντα την ημέρα. Σαν μας βρήκανε αυτοί οι συρμοί , οι πεθαμέν’ δε μετριούνται. Εκατό, διακόσιοι, καμιά βολά (φορά) και φαμίλιες ολάκερες. Κι ούλ’ έτσ’, πεταμέν’ στα σοκάκια, σαν τα σκυλιά. Το γλέπτε και με τα μάτια σας. Δεν προφταίνμε να σκάψμε να τσι παραχώσμε». 

«Κι εσάς νύχτα σας σήκωσαν:».

«Εμάς, πάτερ, απ’ τα πέρσ’ (1914) το Θεριστή μάς τραβολογούνε» αποκρίθηκε η Αθηνά. «Τότες ανάλαβε καϊμακάμς στο Σαμμακόβ’ ο Χουσεΐν Χαμντή μπέης. Ένας άνθρεπος μοβόρος που μας οχτρεύουνταν πολύ. Δεν ήθελγε μήτε να μας γλέπ’, τέτοιο άχτι μας είχε! Μας έκαμε τη ζήση μας μαύρη. 

Άρπαζε βιος, φυλάκωνε με το παραμικρό, δίκαζε και κρέμαγε χωρίς λόγο. Και κάθε τόσο, γύρευε παράδες. Μόν’ απ’ τσι Ρωμιοί. “Θέλω χίλιες λίρες!” Προσταγή! Τη μιάνα για τον καινούργιο δρόμο, την άλληνα για το καινούργιο τζαμί, για το τούρκικο οικοτροφείο, για το στόλο... ούλο γύρευε. Άμα θέλς, μη δίνς. Μας ξεπαράδιασε ντίμπιντουζ (ολότελσ). 

•Φέτος (1915), στις 20 Αυγούστου, μέρα Πέφτη, προσκάλεσε στο χωριό μας το βαλή τσ’ Αντριανού, τον Χατζή Αντήλ μπέη, να τόνε δείξ’ τον καινούργιο δρόμο, το καινούργιο τζαμί και το οικοτροφείο. Ήρτε ο βαλής με το αυτοκίνητό τ’ απ’ τον καινούργιο το δρόμο και πήγε ίσια στο σπίτ’ του δήμαρχου, του Περικλή του Κιακίδη. Στο πιο έμορφο σπίτ’ του χωριού μας. Μαζί τ’, και η γυναίκα τ’ και το παιδάκι τ’, ένα αγοράκ’. Εμείς ούλ’, ντυμέν' με τα καλά μας κι αραδιασμέν' δεξιά ζερβά στο φαρδύ σοκάκ', τον καλωσόρσαμε, τον χειροκρότσαμε και γένκε τρανή γιορτή. Ο βαλής έδειχνε να το φχαριστήθκε πολύ. 

Ούλο “άφεριυ” και “άιρεριμ” ήτανε. Ε, λέμε, τώρα που ο βαλής τα ήβρε ούλα καλά, μπορεί κι αυτός ο αγριάνθρεπος ο Χαμντή, ν' αλλάξ’ και ν'ανθρωπέψ’ κομματάκ’. Την Κυριακή το πρωί, στις 23 Αυγούστου, όπως έφευγε ο βαλής για την Αντριανού, μες στο βουνό Γκράντος, Βουλγάρ’ κομιτατζήδες βάρεσαν το αυτοκίνητό τ’. Απάν’ στα μπαμ και μπουμ, σκοτώθκε τ’ αγοράκι τ’ και λαβώθκε ο οδηγός του. Εμείς φαρμακώθκαμε. Μοναχά ο Χαμντή το χάρκε. Βρήκε την πρόφασ' που γύρευε. 

•Φόρτωσε το σκοτωμό του παιδιού στο χωριό μας, μάξουζ (επίτηδες), για να μας σηκώσ’. Ίσαμε το βράδ’, έπιασε ούλ’ τσι χωριανοί μας από δώδεκα ως εβδομήντα χρονού, που δούλευαν όξω απ’ το χωριό, και τσι φυλάκωσε στο Κονάκ’. Τσομπανάκια αμούστακα, μυλωνάδες, εργάτες, ασβεστάδες, καρβουνιάρδες, ούλ’ μέσα. Στο κατόπ", μας απαγόρεψε να έβγουμε όξω απ’ τα σπίτια μας, και τη νύχτα μάζωξε ούλον τον αθέρα του χωριού. Δασκάλ’, παπάδες, τσορμπατζήδες, μέσα κι αυτοί. Τάχα αυτοί έβαλαν τσι φονιάδες να σκοτώσνε το παιδί. Την άλλην ημέρα, μάζωξε και τσ’ άντροι που απόμκανε. 

 Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου στην ιστοσελίδα roykoymoykoy.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου