Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2023

Αιγιαλίτιδα ζώνη, όσα πρέπει να γνωρίζουμε

Σχόλιο Στρατηγού Φράγκου Φ.:
Η ουσία εντοπίζεται στην φράση..

"Αντί η ελληνική εξωτερική πολιτική να επικεντρωθεί στην άσκηση του δικαιώματος, το βάρος δόθηκε στην άρση της αποφάσεως της τουρκικής Βουλής, που σε τελική ανάλυση είναι και εντελώς παράνομη. Η Ελλάδα εδώ και δεκαετίες μηρυκάζει μονότονα ότι η αύξηση των χωρικών υδάτων αποτελεί μονομερές δικαίωμα που θα ασκηθεί «όταν και όποτε» κρίνουμε κατάλληλο. Το θέμα παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες."

Στο βιβλίο του Καθηγητου κ. Αγγελου Συρίγου, για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις του 2015 εκτίθενται εκτενέστερα:

i. Αύξηση των ελληνικών χωρικών υδάτων

Σπάνια μία κίνηση μπορεί να αλλάξει τόσο ριζικά τα δεδομένα στις σχέσεις των δύο χωρών. Αυτό ισχύει με την αύξηση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 μίλια. Πρόκειται για μονομερές ελληνικό δικαίωμα. Έχει ασκηθεί από όλα τα παράκτια κράτη στον κόσμο πλην της Ελλάδος.

     Η αύξηση των ελληνικών χωρικών υδάτων δεν πρόκειται να επηρεάσει τους πλόες των εμπορικών πλοίων. Ούτως η άλλως τα εμπορικά πλοία ακολουθούν πάντα τη συντομότερη οδό και δεν ενδιαφέρονται εάν πλέουν σε χωρικά ύδατα ή ανοιχτές θάλασσες. Η συντριπτική πλειοψηφία τους προτιμά να ασκεί το δικαίωμα αβλαβούς διελεύσεως διαπλέοντας το στενό του Καφηρέως ανάμεσα στην Άνδρο και την Εύβοια (Κάβο Ντόρο), παρά να πηγαίνει από το μοναδικό πέρασμα ανοιχτής θάλασσας που συνδέει το βόρειο με το νότιο Αιγαίο ανάμεσα στις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα. Οι συνέπειες ως προς τα ξένα πολεμικά πλοία (και τα ξένα πολεμικά αεροσκάφη) θα περιλάβουν τη δραματική μείωση των διεθνών υδάτων στο Αιγαίο, όπου μπορούν να διεξαχθούν πολεμικά γυμνάσια. Στα χωρικά ύδατα τα πολεμικά πλοία θα ασκήσουν είτε το δικαίωμα της αβλαβούς διελεύσεως είτε, στην περίπτωση των διεθνών στενών, το δικαίωμα του πλου διελεύσεως

Ακούγεται συχνά ότι θα πρέπει να αποφύγει η Ελλάδα την επέκταση των χωρικών υδάτων, για να μη μετατραπεί το Αιγαίο σε «ελληνική λίμνη».[1] Είναι ενδιαφέρον ότι σε οποιονδήποτε τρίτο αυτή η επιχειρηματολογία περί «ελληνικής λίμνης» είναι ακατανόητη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διεθνής μη κυβερνητική οργάνωση International Crisis Group. Θεωρείται ότι οι αναλύσεις της (ιδίως στο Κυπριακό) απέχουν του διεθνούς δικαίου και προσεγγίζουν περισσότερο τις τουρκικές αντιλήψεις. Παρ’ όλα αυτά σχετική έκθεσή της τον Ιούνιο του 2011 έχει ως βασική θέση ότι η Ελλάδα έχει δικαίωμα επεκτάσεως των χωρικών της υδάτων στα 12 μίλια. Μοναδική προϋπόθεση κατά την οργάνωση είναι η δημιουργία διαδρόμων ανοιχτής θάλασσας που θα οδηγούν στα μεγάλα τουρκικά λιμάνια και στον Ελλήσποντο.[2]

     Επίσης, πρέπει να παρατηρηθεί ότι σε λίμνες δεν υπάρχει ούτε αβλαβής διέλευση, ούτε πλους διελεύσεως, ούτε διεθνή στενά. Το Αιγαίο είναι θάλασσα. Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας θεσπίσθηκε ακριβώς για να αντιμετωπίσει τέτοιες καταστάσεις. Σε τελική ανάλυση, το Αιγαίο δεν μπορεί να έχει πιο στρατηγική σημασία από το θαλάσσιο στενό του Ορμούζ, από το οποίο περνά καθημερινώς ο μεγαλύτερος όγκος πετρελαίου προς τη Δύση.[3] Το στενό του Ορμούζ ανήκει καθ’ ολοκληρίαν στα χωρικά ύδατα του Ιράν και του Ομάν. Όταν το Ιράν και το Ομάν επέκτειναν το 1978 τα χωρικά τους ύδατα στα 12 μίλια κανείς δεν εναντιώθηκε σε αυτή την κίνηση. Στο Αιγαίο πιθανόν να ισχύουν ειδικές ή σχετικές περιστάσεις. Αυτές, όμως, συνδέονται με τις μακριές αλυσίδες (ελληνικών) νησιών που εκτείνονται σε μεγάλη απόσταση από τις ακτές.

ii. Επιπτώσεις της αυξήσεως των χωρικών υδάτων στα ε/τ ζητήματα

Με την αύξηση των ελληνικών χωρικών υδάτων 12 μίλια οι περισσότερες από τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο θα τερματισθούν ή θα καταστούν άνευ σημασίας. Πιο συγκεκριμένα:

· Το σοβαρότατο πρόβλημα του διαφορετικού εύρους του εναερίου χώρου (10 μίλια) εν σχέσει προς το εύρος των χωρικών υδάτων (6 μίλια) θα πάψει να υφίσταται. Ο εναέριος χώρος θα ταυτισθεί με τα χωρικά ύδατα με έκταση 12 ν. μίλια.

        Η περιοχή της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου προς οριοθέτηση μετά την επέκταση θα περιορισθεί σε σημείο που θα καταστεί άνευ σημασίας. Πιο συγκεκριμένα, η θαλάσσια περιοχή του Αιγαίου υπό ελληνική κυριαρχία θα ανέλθει από το 43% στο 72%. Η τουρκική περιοχή θα ανέλθει στο 8,7% αυξανόμενη μόνον κατά 1,2%. Από το 19% που απομένει ως ανοιχτή θάλασσα, μόνον το 5,1% είναι η επικαλυπτόμενη περιοχή της υφαλοκρηπίδας που διεκδικείται και από τις δύο χώρες. Αυτό οφείλεται στο ότι το 19% καλύπτει και περιοχές ανοιχτής θάλασσας, που είναι μακράν κάθε τουρκικής διεκδικήσεως (π.χ. έξω από τον Θερμαϊκό ή ανάμεσα στις Κυκλάδες και την Πελοπόννησο ή την Κρήτη). Η λύση από εκεί και πέραν είναι απλή και μπορεί να γίνει μέσω διαπραγματεύσεων και χωρίς προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο.

 · Οι λεγόμενες «γκρίζες ζώνες» κυριαρχίας στο Αιγαίο θα χάσουν την πρακτική σημασία τους. Η Τουρκία έχει θέσει αυτό το θέμα για να «φορτώσει» ένα ακόμη ζήτημα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να καταστήσει τη δικαστική οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας δεύτερο κατά σειράν θέμα μετά τη διαπίστωση της κυριότητας επί κάποιων νησιών στο Αιγαίο. Μετά την αύξηση των χωρικών υδάτων η τουρκική αμφισβήτηση θα έχει μόνον συμβολικό χαρακτήρα. 

            Τα όρια του FIR Αθηνών και τα όρια της Ζώνης Έρευνας και Διασώσεως στο Αιγαίο θα περιλαμβάνουν περιοχές ελληνικής κυριαρχίας σε ποσοστό 72% από τη θαλάσσια επιφάνεια του Αιγαίου. Η Τουρκία θα απονομιμοποιηθεί εντελώς στην προσπάθειά της να αλλάξει τα όρια.  

  · Η ελεύθερη και ακώλυτη ναυσιπλοΐα στην περιοχή του Αιγαίου και η διατήρηση των σημερινών περιοχών ανοιχτής θαλάσσης στο Αιγαίο, όπου η Τουρκία διεξάγει στρατιωτικά γυμνάσια, θα επηρεασθούν σημαντικότατα. Ειδικώς, όμως, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών, όπως αναφέρεται κατωτέρω, για να περιορισθούν οι συνέπειες για την Τουρκία. 

          Το καθεστώς αποστρατιωτικοποιήσεως των ανατολικών νησιών του Αιγαίου θα παραμείνει ως ζήτημα για την Τουρκία. Στον βαθμό, όμως, που δεν σχετίζεται άμεσα με τα τουρκικά συμφέροντα θα έχει κυρίως συμβολικό χαρακτήρα.

          Η αμφισβήτηση της υφαλοκρηπίδας του συμπλέγματος της Μεγίστης (Καστελόριζο) παραμένει ως ζήτημα. Είναι το μόνο θέμα που θίγει άμεσα τα τουρκικά συμφέροντα. iii. Οι διερευνητικές και η επιλεκτική επέκταση των χωρικών υδάτων 

O μεγάλος κίνδυνος που διατρέχει η Ελλάδα είναι να δεχθεί συμβιβασμό στο θέμα της επεκτάσεως των χωρικών υδάτων αφήνοντας ανοιχτά άλλα θέματα, τα οποία στη συνέχεια θα αξιοποιήσει η Τουρκία από θέσεως ισχύος. Δυστυχώς, σε αυτή την παγίδα έπεσε η ελληνική πλευρά κατά τις διερευνητικές συνομιλίες μετά το 2001. Ένα από τα βασικά σημεία τα οποία συζητήθηκαν αφορούσε στην επιλεκτική επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων. Η διαπραγμάτευση επί του θέματος ήταν απόρροια μίας σχολής σκέψεως που λέει ότι η Ελλάδα μπορεί να παραιτηθεί από αυτό το δικαίωμά της παίρνοντας ανταλλάγματα σε άλλπεδία των ελληνοτουρκικών διαφορών.[4] Κατά τις διερευνητικές συνομιλίες έγιναν τρία σοβαρά λάθη:

· Συζητήθηκε η αύξηση των χωρικών υδάτων, που είναι μονομερές δικαίωμα του παράκτιου κράτους. Για λόγους αρχής δεν μπορεί να τίθεται υπό διαπραγμάτευση.

 · Το θέμα της αυξήσεως των χωρικών υδάτων αντιμετωπίσθηκε με τρόπο που ακύρωνε τις θετικές του συνέπειες για την ελληνοτουρκική διαφορά. Η επίμαχη περιοχή της υφαλοκρηπίδας που διεκδικείται και από τις δύο χώρες στο ανατολικό Αιγαίο θα παρέμενε ανέπαφη. Επιπλέον, η Ελλάδα θα υποχωρούσε από τα 10 μίλια εναέριο χώρο, δημιουργώντας ένα περίπλοκο καθεστώς με διαφορετικά εύρη εναερίου χώρου αναλόγως εάν επρόκειτο για ηπειρωτικές ακτές, νησιά δυτικώς του 25ου μεσημβρινού και νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

         Η συζήτηση για επιλεκτική επέκταση έχει νόημα μόνον στο πλαίσιο μίας γενικότερης συμφωνίας. Η ελληνική πλευρά «προσφέρει» την επιλεκτική επέκταση και λαμβάνει ως αντάλλαγμα κάτι άλλο εξ ίσου σοβαρό. Κατά τις διερευνητικές συνομιλίες η αύξηση αντιμετωπίσθηκε per se, απομονωμένη από τις υπόλοιπες τουρκικές διεκδικήσεις. Ο κίνδυνος ήταν οι δύο πλευρές να κατέληγαν σε συμφωνία για το θέμα των χωρικών υδάτων αφήνοντας ανοιχτά όλα τα άλλα θέματα.

  iv. Η επέκταση και το casus belli

 «Επειδή γνωρίζω την ειδική σημασία που αποδίδουν ορισμένοι στις λέξεις “ψυχραιμία και νηφαλιότητα” ειδικά στο Υπουργείο Εξωτερικών, σημειώνω απλά οτι η σκέψη, η σύσκεψη και η περίσκεψη δεν μπορούν να είναι μόνιμα υποκατάστατα μίας πραγματικά δύσκολης πολιτικής απόφασης»[5]

Το βασικό πρόβλημα της προτεινόμενης λύσεως είναι ότι η αύξηση των χωρικών υδάτων μπορεί να οδηγήσει σε casus belli. Όσο και εάν η τουρκική απειλή είναι παράνομη, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψιν κατά τον σχεδιασμό των ελληνικών κινήσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η απειλή μπορεί να συνιστά λόγο ακυρώσεως της ελληνικής πολιτικής. Κατά συνέπεια θα πρέπει να προηγηθεί συστηματική ενημέρωση των παραγόντων της διεθνούς πολιτικής σκηνής που χρησιμοποιούν το Αιγαίο είτε εμπορικά (χώρες Μαύρης Θάλασσας) είτε στρατιωτικά (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία). Υπενθυμίζεται ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1980 η αμερικανική πλευρά σε συζητήσεις με την ελληνική πλευρά είχε δεχθεί να γίνει αύξηση των ελληνικών χωρικών υδάτων υπό όρους. Είναι σημαντικό ότι τα ελάχιστα δεδομένα που είχαν ληφθεί τότε υπ’ όψιν από τις ΗΠΑ ήταν το εύρος του ελληνικού εναερίου χώρου των 10 μιλίων και οι δύο υπάρχουσες δίοδοι ανοιχτής θάλασσας μεταξύ βορείου και νοτίου Αιγαίου.[6]

Στην ενημέρωση θα πρέπει να περιληφθεί και η Τουρκία. Είναι φυσιολογικό οι διερευνητικές συνομιλίες της περιόδου 2002-2004 και 2009-2011 να της δημιούργησαν την προσδοκία ότι θα πρέπει να αναμένει επιλεκτική επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων. Αυτή η ατυχής περίοδος δεν κατέληξε σε κάποιο αποτέλεσμα και προφανώς δεν είναι δεσμευτική. Το θέμα της ενημερώσεως της Τουρκίας δεν θα αφορά στην αύξηση των ελληνικών χωρικών υδάτων. Πρόκειται περί ελληνικού αποκλειστικού δικαιώματος το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο συζητήσεων. Η ενημέρωση θα αναφέρεται σε παροχή διευκολύνσεων προς την Τουρκία για τη ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο. Τέτοιες διευκολύνσεις θα μπορούσαν να είναι η διατήρηση διαύλων ανοιχτής θάλασσας στα σημεία εκείνα που υπό το εύρος των 6 μιλίων χωρικών υδάτων ενώνεται το βόρειο με το νότιο Αιγαίο, καθώς και το Αιγαίο με τη Μεσόγειο.

Επειδή δεν αναμένεται οποιαδήποτε συναίνεση από τουρκικής πλευράς, θα πρέπει να διερευνηθεί τι μορφή μπορεί να έχει το casus belli. Είναι βέβαιον ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να κηρύξει πόλεμο στην Ελλάδα. Το πιο πιθανόν θα είναι να αγνοήσει εμπράκτως την αύξηση της ελληνικής κυριαρχίας στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ 6 και 12 μιλίων. Αυτό μπορεί να γίνει με τουρκικές στρατιωτικές ασκήσεις στο Αιγαίο. Με αυτόν τον τρόπο η Τουρκία θα προσπαθήσει να παρασύρει την Ελλάδα σε στρατιωτικό επεισόδιο. Είναι, επίσης πιθανή η προσφυγή της Τουρκίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Απώτερος τουρκικός στόχος θα είναι να υπάρξει παρέμβαση της διεθνούς κοινότητας που θα βάζει στην ίδια μοίρα τις δύο πλευρές και θα καλεί να αποφευχθούν ενέργειες (όπως η επέκταση των χωρικών υδάτων) που θα δυναμιτίζουν τη σταθερότητα και την ασφάλεια στην περιοχή. Η Ελλάδα θα πρέπει να σχεδιάσει τους τρόπους αντιμετωπίσεως των προκλήσεων στις οποίες θα προβούν οι Τούρκοι. Κάθε άλλο παρά υποχρεωτική είναι η (κινδυνολογούσα) άποψη που ορίζει ότι η Ελλάδα θα πρέπει να βυθίζει κάθε τουρκικό πλοίο που παραβιάζει τα χωρικά της ύδατα. Η στάση της Κύπρου μετά τον Σεπτέμβριο του 2011 στις προκλητικές σεισμολογικές έρευνες του «Σισμίκ Ι» και ακολούθως του «Μπαρμπαρός Χαϊρεντίν Πασά» μέχρι τον Μάιο του 2014 σε περιοχές εντός της κυπριακής ΑΟΖ δείχνει ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι αντιμετωπίσεως τέτοιων ενεργειών. Στον σχεδιασμό μπορεί να περιλαμβάνεται η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο και η παροχή διευκολύνσεων στην Τουρκία για τη ναυσιπλοΐα. Στον βαθμό που είναι εφικτό, θα πρέπει να αποφευχθεί η προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

v. Οι κινήσεις μετά την επέκταση των χωρικών υδάτων

Η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων είναι το πρώτο βήμα. Όταν με τον καιρό γίνει αποδεκτή από την Τουρκία, οι δύο χώρες μπορούν να προχωρήσουν σε οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Τα δεδομένα που θα έχει δημιουργήσει η επέκταση των ελληνικών χωρικών θα διευκολύνουν κατά πολύ τη διαδικασία. Εάν υπάρχει επιθυμία από την τουρκική πλευρά οι διαπραγματεύσεις μπορούν να προχωρήσουν και σε άλλα θέματα. Το θέμα της αποστρατιωτικοποιήσεως θα πρέπει να εξαιρεθεί από τις διαπραγματεύσεις. Επίσης, οι υποχωρήσεις σε κάθε θέμα πρέπει να είναι αμοιβαίες και ουσιαστικές. Είναι αποδεκτό κάποια από τις δύο πλευρές να κάνει το πρώτο βήμα, αλλά από εκεί και πέρα πρέπει να υπάρχει ανταπόκριση. Όταν η αντίπαλη πλευρά είναι η Τουρκία, η κάθε ελληνική κυβέρνηση κινδυνεύει να χάσει τη νομιμοποίησή της στην κοινή γνώμη όταν προβαίνει σε υποχωρήσεις χωρίς ανταλλάγματα.

[1] Βλ. ενδεικτικά Βερέμης & Κουλουμπής, 1994, σελ. 52. Πιο ήπιο ως προς τη διατύπωση αλλά με το ίδιο αποτέλεσμα είναι το ερώτημα: «Ποιο θα είναι το κέρδος, ποιο το κόστος της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ.; Υπάρχουν συμφέρουσες εναλλακτικές λύσεις είτε ως προς τον γεωγραφικό χώρο εφαρμογής των 12 ν.μ. είτε ως προς ενδιάμεση επέκταση ανάμεσα στα 6 και στα 12 ν.μ.;» των Β. Θεοδωρόπουλου & Ε. Λαγάκου, «Παγίδες, αυταπάτες και πολιτικό κόστος – Οι εξωτερικές σχέσεις της χώρας, η κοινή γνώμη, τα μέσα ενημέρωσης και ο ρόλος των ηγεσιών», Το Βήμα, 16 Νοεμβρίου 1997.

2] Turkey and Greece: Time to Settle the Aegean Dispute, Policy Briefing, Europe Briefing N°64, International Crisis Group, Istanbul-Athens-Brussels, 19 Ιουλίου 2011.

[3] Το 2011 παράγονταν καθημερινώς 88 εκατ. βαρέλια πετρελαίου σε όλον τον πλανήτη. Το ήμισυ αυτής της ποσότητας μεταφέρθηκε διά θαλάσσης με πετρελαιοφόρα πλοία. Από το στενό του Ορμούζ διακινήθηκαν καθημερινώς κατά το 2011 περίπου 17 εκατ. βαρέλια πετρελαίου που αντιστοιχούσε στο 35% της ημερήσιας μεταφοράς πετρελαίου δια θαλάσσης και σχεδόν στο 20% του ημερήσιου όγκου εμπορίου ασχέτως μέσου μεταφοράς. Αυτό σημαίνει ότι το στενό του Ορμούζ είναι το πιο σημαντικό θαλάσσιο πέρασμα για την παγκόσμια αγορά πετρελαίου. 

Για περισσότερα βλ. World Oil Transit Chokepoints, US Energy Information Administration, http://205.254.135.7/countries/regions-topics.cfm?fips=WOTC

Εμβληματικός εκπρόσωπος αυτής της σχολής σκέψεως ήταν ο Λεωνίδας Κύρκος, βλ. ενδεικτικά Ηρακλείδης, 2001, σελ. 16

Απόσπασμα ομιλίας του πρέσβυ ε.τ. Αλέξανδρου Μαλλιά σε εκδήλωση του ΕΛΙΑΜΕΠ με αφορμή την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου για την ενδιάμεση συμφωνία της 13ης Σεπτεμβρίου 1995, 10 Ιανουαρίου 2012.

[6] Οι σχετικές συζητήσεις είχαν γίνει πριν τον Μάιο του 1989 στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο ενημερώσεως των ΗΠΑ για την πιθανότητα δημιουργία διεθνών στενών στο Αιγαίο. Παρόντες από ελληνικής πλευράς ήσαν οι εμπειρογνώμονες Θεόδωρος Χαλκιόπουλος και Εμμανουήλ Γούναρης. Οι Αμερικανοί είχαν αναφερθεί σε επέκταση των χωρικών υδάτων στα 10 μίλια, που θα επέτρεπε την ταύτιση με τον εναέριο χώρο, και είχαν δηλώσει ότι θα στήριζαν εμπράκτως μία τέτοια κίνηση. Η σχετική πληροφορία προέρχεται από προφορική ενημέρωση του πρέσβυ-εμπειρογνώμονα Εμμανουήλ Γούναρη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου