Δευτέρα 18 Απριλίου 2022

Μικρασιατική Εκστρατεία Πάσχα στις Προφυλακές

 

ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

"Μικρασιατική Εκστρατεία (1920) - Πάσχα στις προφυλακές"

(Κείμενο γραμμένο παραμονές του Πάσχα στις 11 Απριλίου 1920 - Με το νέο ημερολόγιο)

ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΣΑΡΔΕΩΝ, 28 Μαρτίου 1920,– Κοντεύουν μεσάνυχτα. Στις πολιτείες την ώρα αυτή τα πλήθη ξεχύνονται απ’ όλους τους δρόμους, για την Εκκλησία. Σε λίγο θα χτυπήσουν εκεί οι καμπάνες, στον ιδιαίτερον εκείνον χαρμόσυνον τόνον που καλεί τους χριστιανούς να χαρούνε την Ανάστασιν.

Μια γλυκειά νύχτα. Νύχτα όμορφη. Κανείς δεν κοιμάται. Καμμιά τουφεκιά απόψε δε θα ταράξη την ιερή γαλήνη της νύχτας αυτής. Και τα κανόνια βουβά. Τέτοιες νύχτες όλα είνε ιερά. Και για φίλους και για εχθρούς. Κανείς δεν κοιμάται.

•Συνάδελφε, έχεις ημερολόγιον; Πόσες του μηνός έχουμε σήμερα;

•Δε ξέρω. Το ημερολόγιο είναι για τις πολιτείες. Εμείς εδώ δε το χρειαζόμαστε. Για μας ο χρόνος δεν έχει καμμιά σημασία.

•Έχουμε Πάσχα αύριο.

•Ναι το καταλαβαίνουμε από τα κοπάδια των αρνιών που βόσκουν τριγύρα μας. Από τα ξύλα που πελεκήσαμε για σούβλες. Το νοιώσαμε και στις μερσίνες που κόψαμε για να στολίσουμε τα παλάτια μας, εδώ κάτω από τον όμορφον ουρανόν. Ακόμα κι από τα κόκκινα αυγά που μας έστειλαν τα κορίτσια του Κασαμπά και του Αχμετλή, που σαν τα είδαμε σκιρτήσαμε τα παληά κι αξέχαστα σκιρτήματα της παιδιάστικης ηλικίας μας.

•Στις πολιτείες Συνάδελφε γλεντούν απόψε.

•Όχι καλύτερα από μας!

•Θ’ αναστήσωμε κι εμείς απόψε;

•Και βέβαια. Θα θυμηθούμε το Εκκλησάκι του χωριού μας. Το ταπεινό τ’ όμορφο. Θα θυμηθούμε τον γέροντα παπά με την αδύνατη φωνή του, να λέη το Ευαγγέλιο της Λαμπρής. Αξίζει απόψε να γίνουμε παιδιά. Να πάρουμε τη λαμπάδα και να τρέξουμε στο πρωτοχτύπι της καμπάνας, που ξυπνά τους αντίλαλους του χωριού. Να τριγυρίσουμε δέκα φορές τον αυλόγυρο της εκκλησίτσας για να βρούμε τη λιγερή που έχει μάγουλα πιο κόκκινα κι από τα πασχαλιάτικα αυγά. Και κοντά στην μιαν Ανάσταση, να γιορτάσουμε και την άλλη της καρδιάς.

•Συνάδελφε, κακό δρόμο πήρε η φαντασία σου. Μη μας θυμίζεις τ’ αξέχαστα. Εδώ ήρθαμε για κάποιο άλλο Πάσχα. Εδώ η Μεγάλη βδομάδα ήταν ατέλειωτη. Βάσταξε αιώνες…

•Απόψε όλο μου φαίνεται πως ακούς καμπάνες.

•Το ίδιο κι’ εγώ.. τι ώρα είνε;

•Κοντεύουν μεσάνυχτα.

•Κάμτε τον σταυρό σας, σύντροφοι. Στις πολιτείες Ανασταίνουν αυτή την ώρα.

•«Αναστηθήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν».

Γυρίσαμε να δούμεν ποιος ψιθύριζεν αυτά. Ο φαντάρος που ήταν κανονάρχος στην Εκκλησία του χωριού του.

•Συνάδελφε, πες μα τα σαν παραμύθι. Έχουμε χρόνια να τ’ ακούσωμε! Πέρσυ που ήμασταν σαν κι απόψε;

•Στην Ρωσία. Είμαστε έξω από ένα χωριό. Μπήκαμε μέσα και τραβήξαμε στην Εκκλησία. Ακούσαμε τα Ρούσικα τροπάρια, μα η ψυχή μας καταλάβαινε τα λόγια. Η Ρούσικη γλώσσα έπεφτε στ’ αυτιά μας σαν οβίδα του βαρέου. Μέσα μας όμως απλώνονταν η ίδια γαλήνια εντύπωση των τροπαρίων του ψάλτη του χωριού μας. Συνάδελφε δε λες τίποτε;

•«Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα πάντα καταχθόνια, εορταζέτω γούν πάσα κτίσις..».


Τ’ αστέρια τα λαμπρά, λες κι έσκυβαν χαρούμενα και στοργικά επάνω μας. Μας έκαναν ένα Πάσχα αισθητικώτερο. Μακρυά από τον κόσμο κι από πολιτείες με τους κουρασμένους από τη ζωή ανθρώπους, μακρυά. Ένας ουρανός γελούσε επάνωθέ μας. Μια άλλη Ανάστασι γελούσε μέσα μας.


Παρέκει ο σκοπός, ακουμπισμένος στ’ όπλο του, βουβός κι ακίνητος. Ο φαντάρος που μας έλεγε τα τροπάρια, έστρεψε και τον είδε. Για κάμποση ώρα είχε επάνω του στηλωμένα τα μάτια του. Τι εσυλλογίζονταν;

•Βάστα καλά το τουφέκι συνάδελφε, του λέγει σε λίγο. Κάμνουμε την άλλην Ανάστασιν, απ’ την οποίαν «θα λαμπρυνθούν οι λαοί…». Τι τα θέλετε, σύντροφοι, γυρνά και λέγει σε μας, έχω απόψε μια συγκίνηση που με κάνει να κλαίω!

•Όλοι μας το ίδιο αισθανόμαστε.

•Δεν σας φαίνεται πως κάτω στον κάμπο ένα αόρατο χέρι χτυπά κάποιες αόρατες καμπάνες; ακούω να ανεβαίνη από τον κάμπο, μια ασυνείθιστη αρμονία. Χίλιες χαρούμενες καμπάνες, αμέτρητες χαρούμενες φωνές… νοιώθω «πάσα κτίσις να αγάλλεται και χαίρει», για την, μίαν άλλην Ανάστασι… Τι ώρα είνε;

•Μεσάνυχτα.

•Σηκωθείτε αδέρφια.

Βρεθήκαμε όλοι ολόρθοι. Ο κανονάρχος φαντάρος στάθηκε στη μέση. Έβγαλε το δίκωχό του. Αποκαλυφθήκαμεν κι εμείς. Κι αρχίνησε σιγανά-σιγαλά, σα να το ψιθύριζε, να λέγη το Χριστός Ανέστη. Ύστερα το είπαμε κι όλοι μαζύ.

•Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος.

Πάλιν καθίσαμεν. Κανείς δε μιλούσε. Πολλήν ώραν εμείναμεν έτσι βουβοί και βυθισμένοι στις σκέψεις μας.

•Είμαι βέβαιος πως όλοι το ίδιο σκεπτόμαστε. Μου φαίνεται πως πρώτη φορά ακούω τον Ύμνον αυτόν. Πρώτη φορά νοιώθω την βαθιά σημασίαν του.

 Κανείς δεν του απάντησε. Όλοι μας το ίδιο αισθανόμαστανν.

•Έχουμε μέσα μας όλοι την δύναμη του Αγγέλου, που σήκωσε την επιτάφια πλάκα του Χριστού.

Ο σκοπός έκαμε δυο βήματα εμπρός. Έστρεψε και είδε κατά τον κάμπο. Ακολουθήσαμε το βλέμμα του. Ο κανονάρχος φαντάρος εψιθύρησε.

•«Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου; Ην γαρ μέγα σφόδρα».

Και πάντα εβλέπαμε προς τον κάμπο. Ένα μυστήριον εκεί κάτω. Βουβές οι καμπάνες, εκεί στα βάθη. Αλειτούργητες οι Εκκλησιές. Η μεγάλη Εβδομάδα εκεί κάτω δεν τελείωσεν. Εκεί κάτω δεν έβαψαν αυγά. Εκεί πάνω απ’ όλα, η επιτάφια «σφόδρα μεγάλη» πλάκα της σκλαβιάς, που καρτερεί τον Άγγελο να την σηκώση.

•Παιδιά, να το ξαναπούμε το Χριστός Ανέστη μ’ όλη τη δύναμι της φωνής μας, ν’ αντιλαλήση κάτω, στα πέρατα του κάμπου ο θρίαμβος του Ύμνου.

Κι εψάλαμεν δυνατά το Χριστός Ανέστη!

•Έτσι μου έρχεται ν’ αδειάσω το τουφέκι μου.

•Μη συνάδελφε. Περνούμε κάποιες ιερές στιγμές. Άφησε το τουφέκι για να σηκώση την επιτάφια πλάκα των σκλάβων αδερφών μας.

•Τι βαθύ μυστήριο ο κάμπος! Λες κι ανεβαίνει απ’ αυτόν μια βαθύτατη δέηση προς τον ουρανό. Κι ο Τμώλος απόψε μου φαίνεται πως είναι αψηλότερος και πως φτάνει στον ουρανό, για να ψιθυρίση στον Θεό την δέηση του κάμπου, του κάμπου του γεμάτου από θρήνους των σκλάβων. Συνάδελφοι όλα μέσα μας, όλα μια προσευχή. Ας μη ταράξουμε την ιερότητα της νύχτας αυτής.

Κι επαύσαμεν πάλι να μιλούμε. Μέσα στο σκοτάδι δεν έβλεπα τα μάτια των φαντάρων. Μα ένοιωθα τα δικά μου υγρά. Έγειρα το κεφάλι. Μια τρικυμία ξάφνου εβόγγησε τα στήθεια μου.

•Σύντροφε τι έπαθες;

•Tίποτε…

•Τι γλυκειά νύχτα!..

•«Γλυκειά όντως, ιερά και πανέορτος αυτή η σωτήριος νύξ και φωταυγής, της λαμπροφόρου ημέρας της εγέρσεως ούσα προάγγελος», ψιθύρισεν ο εκκλησιαστής φαντάρος.

Έστρεψα και τον είδα.

•Έχεις δίκαιο φίλε μου, ας ελπίσωμεν στην «λαμπροφόρον ημέραν». Για κάθε νύχτα, έρχεται και μια αυγή.

 Καμμία Μεγάλη Εβδομάδα, δεν είνε ατέλειωτη…

Κώστας Μισαηλίδης (Πολεμικός ανταποκριτής στη Μικρασιατική Εκστρατεία)

ℹΠηγή: από το Αρχείο της Βιβλιοθήκης της ΕΣΤΙΑΣ Ν. Σμύρνης.

Εφημερίδα: «Προσφυγικός Κόσμος», Αθήναι/ Κυριακή 13 Απριλίου 1947/ Έτος Κ’ Αρ. Φύλλου 852 (Πάσχα)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου