Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

"Για την Πατρίδα" έκλαιγες...

(Μια ιστορία που επαναλαμβάνεται)

Μπορεί να είναι εικόνα εξωτερικοί χώροι

Πριν 100 χρόνια!

«Σαν πέρασε το πρώτο ζεμάτισμα, ένα πράμα μάς ένοιαζε ούλους, το φευγιό. Ολόγυρα έβλεπες προσώπατα άσπρα, στόματα στεγνά και μάτια γιομάτα παράπονο, για την κακοτυχιά που μας ήβρε στα καλά καθούμενα. Μέσα στο νου, ούλα ήτανε μπερδεμένα. Μονάχα όποιος έζησε την προσφυγιά, μπορεί να καταλάβει της ψυχής το ανακάτεμα.

«Βλέπεις τον τόπο σου, τόνε πατάς, ρουφάς τον αγέρα του, ακούς τα πουλιά του να κελαϊδούνε, και καποιοινοί σε προστάζουνε ούλα αυτά, μονομιάς, να τα λησμονήσεις και να φύγεις. Δίχως να ξεύρεις μήτε πού θα πας μήτε άμα φτάσεις ζωντανός. Το άδικο σε πινίγει. Θέλεις να παραπονευτείς, να υβρίσεις, να βαρέσεις, ακόμα και να σκοτώσεις, ναι να σκοτώσεις τον αίτιο, που δε λογαριάζει εσένα, τα παιδιά σου, τη φαμίλια σου. Μα ποιος είναι ο αίτιος; “Οι μεγάλοι, που μας πρόδωσαν”. Και πού να έβρεις εσύ εκείνην την ώρα τους “μεγάλους”, για να γυρέψεις το δίκιο σου; Αναγκαστικά, μπαίνεις άβουλος στο μεγάλο κοπάδι, και όπου βγει! Δεν έχεις γνώμη. Νιώθεις άχρηστος, αδειανός, τιποτένιος!

«Μέσα σε λίγες ώρες, ένα μακρύ φιδωτό ποτάμι από αραμπάδες, διάβαινε βουβό της μοίρας της κακιάς το δρόμο. Η άκρη του χάνονταν μακριά στ’ αψηλώματα, εκεί που ο ουρανός ακούμπαγε τη γης. Και στο διάβα του έσμιγαν, από δεξιά και ζερβά, κι άλλοι αραμπάδες, και το ποτάμι φούσκωνε και θέριευε, και μαζί θέριευε κι ο πόνος του ξεσπιτωμού. Από δίπλα, και πολλοί με τα γαϊδουράκια τους, μα κι άλλοι ποδαράτοι. Αντάμα κι οι κεχαγιάδες, που πολέμαγαν οι φουκαράδες να σώσουνε ό,τι μπόρεγαν απ’ το κοπάδι τους και το βιος τους. Έστω και λίγα προβατάκια, για σερμεγιέ στο καινούργιο αρχίνημα.

«Οι γερόντοι, ανήμποροι, ξαπλωμένοι στους αραμπάδες, μέτραγαν μοιριολογώντας ένα ένα τα βήματα, που ξεμάκραιναν απ’ τη φύτρα τους. Τα ’βαζαν και με τους δικούς τους, που δεν έστρεξαν να τους αφήσουνε ν’ αποθάνουνε στον τόπο τους. “Ασήτε με, μπρε, ν’ αποθάνω εδώ, στον τόπο μ’! Μη με ξεριζώντε τα τζιέρια μ’! Που να μην έσωνα, να πιω τέτοιο φαρμάκ’!” φώναζε στα παιδιά του ένας παππούς, όντας σταμάτησαν στο χωριό μας, για να γιομίσουνε με νερό τη μπούκλα τους.

«Με καρδιές σφιγμένες, μάτια κόκκινα, πρησμένα, και με στόματα σφαλιχτά, διάβαιναν ούλοι άλαλοι το δρόμο τον αγύριστο. Με πίκρα, γι’ αυτό που άφηναν. Με φόβο, γι’ αυτό που θα ήβρισκαν. Πολλοί καλοτύχιζαν τους αποθαμένους, “που τους αξίωσε ο Θεγιός να τους σκεπάσει το χώμα της Πατρίδας. Εμείς δεν ξεύρουμε νε (ούτε) πού θα ζήσουμε νε πού θα αποθάνουμε!”. Πολλοί δεν άντεξαν. Η καρδιά τους τους πρόδωσε. Παραχώθηκαν στο δρόμο. Οι τυχεροί, με παπά και μ’ ένα βιαστικό “αιωνία η μνήμη”. Οι άλλοι, δίχως παπά, αδιάβαστοι, αβλόγητοι, αθύμιαστοι.

»Οι ρίζες μας κόβουνταν. Φαμίλιες κομματιάζουνταν και κάθε κομμάτι έπαιρνε το δικό του δρόμο. “Άτζεπα (άραγε) θα ξανανταμώσουμε;” Σε ήρχουνταν να βάλεις τα κλάματα. Μα για ποιο να πρωτοκλάψεις; Για τους ζωντανούς, που ξεριζώνονταν και σκόρπιζαν; Για τους αποθαμένους, που θ’ απόμνησκαν παρατημένοι; Για τα σπίτια, που θα γίνουνταν γιάγμα; Για την εκκλησιά, που θα γύρναγε σε τζαμί; Για το βιος, που γίνηκε με ίδρο και κόπο, και τώρα θ’ άλλαζε αφέντη; Για ούλα αυτά έκλαιγες. Μα και για το φύσημα του αγέρα, το χάδι του γήλιου, το αηδονοκελάδημα, το κελάρυσμα του νερού. Για ούλα, όσα συνήθισαν να βλέπουν τα μάτια, να ακούνε τα αυτιά, να ακουμπάνε τα χέρια, να νιώθει η ψυχή. Για ούλα, όσα αγάπησες από παιδί, τα ένιωθες δικά σου, ήτανε ένα με τα σένα, και τώρα θα απόμνησκαν οπίσω. «Για την Πατρίδα» έκλαιγες, γιατί αυτή θ’ απόμνησκε οπίσω.

«Αχ, αυτή η λέξη, που πρωτακούστηκε εκείνες τις ημέρες, γράφτηκε στο νου και στην καρδιά με δυνατό μελάνι! Τα χείλια την έκαμαν λυπητερό τραγούδι. Και το τραγούδι το πήρε ο αγέρας και το ’καμε μοιριολόι, που πέρασε βουνά και πέλαγα, πολιτείες και χωριά, κι απλώθηκε σ’ ούλη τη Θράκη και τη Μικρασία, κι όπου η φύτρα η ρωμαίικη γνώριζε εκείνην την ώρα την κατάρα του ξεριζωμού».

Γεώργιος Μάνος

Χρόνοι δίσεκτοι και μήνες οργισμένοι

Ιστορικό αφήγημα

Εκδόσεις Λόγος & Εικόνα

Τρίτη έκδοση





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου