Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΩΔΕΣ ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΣ ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ

Από τον καθηγητή Γεώργιο Αγαπητό πρώην υπηρ.  Υπουργό  Οικονομικών
Όταν τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού ισούνται με τα έξοδα είναι ισοσκελισμένος, όταν τα υπερβαίνουν είναι πλεονασματικός και όταν είναι μικρότερα ελλειμματικός. Η διαφορά μεταξύ των συνολικών εσόδων (φορολογικά και μη) και δαπανών (τρέχουσες, επιχορηγήσεις προς ΟΤΑ, ΟΚΑ, ΔΕΚΟ και τοκοχρεολύσια)  είναι ουσιαστικά το «άνοιγμα» του προϋπολογισμού.
 Το «πρωτογενές», πλεόνασμα είναι ένα μέρος του «ανοίγματος» του προϋπολογισμού γιατί δεν συμπεριλαμβάνει τα τοκοχρεολύσια. Επί πλέον, είναι «λογιστικό» γιατί δεν προέρχεται από βελτίωση της πραγματικής οικονομίας αλλά από δημιουργική λογιστική, τεράστια μείωση μισθών-συντάξεων, υπερφορολόγηση και καθυστέρηση πληρωμών του κράτους προς ιδιώτες (επιστροφή ΦΠΑ) ή φορείς (π .χ .νοσοκομεία ,ΕΟΠΥ). Όταν οι οφειλές σε τοκοχρεολύσια ,όπως συμβαίνει στη χώρα μας, υπερβαίνουν το πρωτογενές πλεόνασμα, τότε ο προϋπολογισμός ουσιαστικά είναι ελλειμματικός. 
Φανταστείτε ένα νοικοκυριό το οποίο έχει πρωτογενές πλεόνασμα 500 ευρώ αλλά δεν εξοφλεί τη δόση των 800 ευρώ για δάνειό του,  επομένως έχει έλλειμμα 300 ευρώ και αναγκαστικά θα προσφύγει σε νέο δανεισμό.  

    Όταν ο προϋπολογισμός είναι πλεονασματικός σημαίνει ότι υπάρχει οικονομική ανάπτυξη , η οποία δημιουργεί φορολογικά έσοδα κι έχει εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση προσφοράς των κοινωνικών αγαθών (υγείας, πρόνοιας, παιδείας, ασφάλειας, άμυνας). Στην περίπτωση της Ελλάδος δεν υπάρχει ανάπτυξη αλλά ύφεση, ούτε η απαραίτητη   προσφορά των δημοσίων αγαθών. Ουσιαστικά εφαρμόζεται περιοριστική πολιτική (περικοπή δαπανών και αύξηση φορολογιών) η οποία βαθαίνει την ύφεση, αυξάνει την ανεργία και καθιστά ελλειμματικά τα νοικοκυριά ,τις επιχειρήσεις και τους δημόσιους φορείς. 
   Η επιμονή, συνεπώς, των δανειστών να δεσμευθεί η χώρα να παρουσιάζει «πρωτογενές πλεόνασμα» είναι εσκεμμένη και καταστροφική γιατί γνωρίζουν  πολύ καλά ότι αυτό είναι αδύνατο να επιτευχθεί με τα υφεσιακά μέτρα που επιβάλλουν. Η αποδοχή αυτών των μέτρων είναι θηλειά για την ελληνική οικονομία και καθιστά ανάπηρες όλες τις μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις.  

 Η πρόταση των δανειστών θα είχε κάποια λογική ή επιστημονική βάση εάν είχε ξεκινήσει η αναπτυξιακή διαδικασία και εάν το ύψος του πλεονάσματος κάλυπτε τα τοκοχρεολύσια ώστε να εξασφαλίζονται. Αυτό όμως δε συμβαίνει. Επομένως η χώρα μας πρέπει να επιμείνει στη λογική του εθνικού συμφέροντος και στις βασικές αρχές της οικονομικής επιστήμης ,ακόμη κι αν έρθει σε ρήξη με τους εταίρους της, προσφεύγοντας σε αλλαγή πολιτικής για να αποφευχθούν μη αναστρέψιμες εξελίξεις και επιστροφή στο εθνικό νόμισμα ή στάση πληρωμών.
 Το εμφανιζόμενο πρωτογενές πλεόνασμα  είναι παραπλανητικό ακόμη και για τους ασκούντες την οικονομική πολιτική και ο εμφανιζόμενος ρυθμός ανάπτυξης  είναι εικονικός γιατί προέρχεται από την επίσημη στατιστική καταγραφή καταναλωτικών δαπανών που πραγματοποιούντο χωρίς αποδείξεις πριν από την εφαρμογή των ΡΟS, χωρίς ουσιαστική αύξηση της παραγωγής.

    Στην πραγματικότητα, συνεπώς, ο κρατικός προϋπολογισμός είναι ελλειμματικός, και η οικονομία είναι πολύ χαμηλότερα από το σημείο πλήρους απασχόλησης.  Επιπλέον, υπάρχει υποτονική ενεργός ζήτηση , αυξανόμενο εργατικό κόστος (όχι από αύξηση των μισθών αλλά από αύξηση των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών) και  φορολογική κόπωση των πολιτών. Η κόπωση αυτή σημαίνει ότι έχει εξαντληθεί η φοροδοτική ικανότητα της πλειοψηφίας των φορολογουμένων όπως επιβεβαιώνεται από τις συσσωρευμένες   ληξιπρόθεσμες οφειλές. Όπως είναι φυσικό οι περισσότεροι πολίτες προσπαθούν να κρατήσουν τους αναγκαίους πόρους για να επιβιώσουν και αναγκάζονται να είναι ασυνεπείς στις υποχρεώσεις τους, να φοροδιαφεύγουν ή να παραοικονομούν. Οι τεράστιες εισοδηματικές μειώσεις τιμώρησαν και φτωχοποίησαν τους παραγωγικούς εργαζόμενους εξομοιώνοντάς τους με εκείνους που κατέβαλαν μικρότερη παραγωγική προσπάθεια. Αυτό δεν είναι θετική μείωση ανισοτήτων γιατί κατά τον Αριστοτέλη: η μεγαλύτερη ανισότητα είναι η εξίσωση δύο άνισων πραγμάτων .  

   Η συστηματική φτωχοποίηση των νοικοκυριών- επιχειρήσεων  δεν είναι πλέον κοινωνικά αποδεκτή. Ειδικότερα, τα νοικοκυριά έχουν χάσει εισοδήματα  54 δις. Ευρώ (2009-2016). Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία αποκαλύπτουν την τραγική διαχρονική πορεία της ελληνικής οικονομίας. Συγκεκριμένα, το 1980 στο ΑΕΠ συνέβαλλαν κατά: 25% ο πρωτογενής τομέας, 15% ο τομέας της μεταποίησης και 60% ο τομέας των υπηρεσιών. Σήμερα, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι: 3%,6%, και 91%. Είναι φανερό ότι η πολυδιαφημισμένη σύγκλιση και αλληλεγγύη των ευρωπαϊκών οικονομιών ήταν ένα όνειρο απατηλό και η «Ηνωμένη Ευρώπη» μοιάζει με «Οινο-μένη Ευρώπη» που είναι ζαλισμένη και κινδυνεύει να διαλυθεί. Ιδιαίτερα μετά το 2010 οι εταίροι μας αφού μετέτρεψαν το ιδιωτικό χρέος του δημοσίου σε διακρατικό, επέβαλλαν μία «τοξική οικονομική συνταγή» με πολλά επιστημονικά λάθη .

   Οι εξελίξεις αυτές επιβάλλουν , προτού να είναι αργά, τη λήψη τολμηρών μέτρων -στα πλαίσια της εθνικής κυρίαρχης πολιτικής, ώστε να ενισχυθεί η οικονομική δραστηριότητα και να αποφευχθούν τα «διηνεκή μνημόνια» και η «δια βίου ανεργία των νέων»-, όπως:

1) Να αποφευχθεί κάθε δέσμευση ή νομοθέτηση οποιουδήποτε ύψους πλεονάσματος, έως ότου ο «πραγματικός» ρυθμός ανάπτυξης προηγηθεί του ποσοστού του πρωτογενούς πλεονάσματος ως προς το ΑΕΠ.

 2) Μηδενισμός του αφορολόγητου κι έκπτωση του συνόλου των δαπανών (με αποδείξεις) των νοικοκυριών από το φορολογητέο εισόδημα, όπως συμβαίνει σε κάθε επιχείρηση. Αυτό θα ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα και την αποδοτικότητα των φόρων κατανάλωσης, με παράλληλη αποδυνάμωση του κινήτρου για φοροδιαφυγή. 

3) Σταδιακή μείωση των εκτάκτων και ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να περιοριστεί το εργατικό κόστος και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα.

4)   Ουσιαστική λειτουργία της επιθεώρησης εργασίας για να αποφευχθούν παραβάσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας, και αυστηρή τήρηση από τους εργοδότες  των υποχρεωτικών ημερησίων ωρών εργασίας, ώστε να δοθεί η ευκαιρία απασχόλησης των άνεργων  νέων.

5) Ενεργοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων με κοινοτικούς πόρους ή με νέο χρήμα της ΕΚΤ, η οποία αποτελεί την εκδοτική τράπεζα της χώρας. Παράλληλα, να εξεταστεί η περίπτωση εγγραφής στο ΠΔΕ, ως «οφειλόμενα έσοδα παρελθόντων ετών», των γερμανικών οφειλών ,οι οποίες σύμφωνα με το ΓΛΚ ανέρχονται σε πολλά δις. Ευρώ.

6) Ενίσχυση της οικοδομικής δραστηριότητας, η οποία ενεργοποιεί άνω των 100 παραγωγικών τομέων .Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την υποβοήθηση εκ μέρους των τραπεζών και με ορθολογικό τρόπο φορολόγηση των ακινήτων και

7) Να μελετηθεί η περίπτωση παρακράτησης φόρου των τόκων που εισπράττουν οι δανειστές του δημοσίου, όπως συμβαίνει για τους τόκους των καταθετών (δανειστών) στις τράπεζες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου