Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Οι απειλές γα επαναχάραξη των συνόρων ...

Thomas S. Saras - palmografos.com
Για δεκαετίες ολόκληρες προετοιμαζόταν η Άγκυρα για την “μεγάλη σύγκρουση” . 
Μια σύγκρουση η οποία πίστευε θα τις πρόσφερνε την ευκαιρία επανόδου της στα Βαλκάνια. Ο κρυφός αυτός πόθος, ωστόσο, δεν ήταν αποτέλεσμα των οραματισμών του προέδρου Ερντογάν, αλλά μάλλον όλων εκείνων που βρέθηκαν στην εξουσία της Άγκυρας τα τελευταία πενήντα χρόνια. 
Ήταν ένα στρατηγικό σχέδιο απόλυτα μελετημένο και ιδιαίτερα προσεγμένο, καθώς όλο αυτό το διάστημα οι διπλωμάτες της συνέχιζαν να “πιπιλίζουν” τα αυτιά της διεθνούς κοινότητας για την ανάγκη ανακατανομής του Αιγαίου μεταξύ Αθηνών και Άγκυρας, και την επίσης ανάγκη παραχώρησης των νησιών του ανατολικού Αιγαίου στην Τουρκία, “προκειμένου να διασφαλισθεί η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο”. 

Διαφορετικά η Άγκυρα διεκήρυττε ότι οι κυβερνήσεις της Αθήνας είχαν σαν σκοπό, πρόγραμμα και πολιτική, να μετατρέψουν το Αιγαίο σε Ελληνική λίμνη, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό σοβαρά προβλήματα στη διεθνή ναυσιπλοΐα. 

Πέραν, όμως αυτού, τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, είναι γνωστό ότι όλοι οι Βαλκάνιοι γείτονες της Ελλάδας, ζητούσαν επίμονα την επαναχάραξη των συνόρων όλων των κρατών της περιοχής, προκειμένου οι νέες συνοριακές γραμμές να προσφέρουν μια ποιο δίκαια εθνική κατανομή των ομάδων που κατοικούσαν στις διοικητικές περιφέρειες της περιοχής. Ήδη από το 1970 η Βουλγαρία, μολονότι ανήκε στο Σοβιετικό μπλόκο, ασκούσε μια έντονη προπαγάνδα σε βάρος της Ελλάδος, διεκδικώντας την Θράκη, με την αιτιολογία ότι αυτή αποτελούσε “φυσική προέκταση” της δικής της διοίκησης, άπαξ  και “είναι αδύνατο να υπάρχει διαφορετικό, πληθυσμιακά εθνικό, σύνολο, σε μια ακτίνα εξήντα χιλιομέτρων που αποτελούν την έκταση από τα παράλια της Δυτικής Θράκης, μέχρι τα δικά της σύνορα.”

Αυτή τουλάχιστον ήταν η ερμηνεία που μου είχε δώσει πρέσβης της χώρας αυτής στην Οτάβα την περίοδο εκείνη. Για τον λόγο αυτό, εξ άλλου, τα Σόφια δημιούργησαν την λεγόμενη “Ακαδημία Επιστημών της Σόφιας”, ένα σώμα κυρίως πανεπιστημιακών, στους οποίους είχε ανατεθεί η υπόθεση της προώθησης των προπαγανδιστικών στόχων της. “Η ατυχία για τη Βουλγαρία είναι ότι κατά την διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών των δύο μεγάλων παγκόσμιων πολέμων, βρέθηκε δύο φορές σε λάθος στρατόπεδο, σε εκείνο των ηττημένων, κάτι που εκμεταλλεύτηκε η κυβέρνηση των Αθηνών, προκειμένου να επιβάλει τις άδικες αξιώσεις της πάνω στις δίκαιες απαιτήσεις της Βουλγαρίας”, σύμφωνα πάντοτε με τον συνομιλητή μου. 

Ενδεικτικό αυτής της νοοτροπίας και φιλοσοφίας των ασκούντων τη διοίκηση της Σόφιας είναι η εκτύπωση μιας σειράς προπαγανδιστικών εντύπων, με τα οποία προσπαθεί να αποδείξει ότι ο πληθυσμός της Θράκης και της Μακεδονίας, εθνικά αποτελεί μέρος της Βουλγάρικης κουλτούρας και ότι κάτω από συνθήκες μιας δίκαιης πληθυσμιακής κατανομής θα έπρεπε οι δύο νομοί να είχαν δοθεί σε αυτήν. 

Σαν παράδειγμα, ας μου επιτραπεί να αναφερθώ στη έκδοση του συγγράμματος “Μακεδονία: Στοιχεία και Αποδείξεις”, στο οποίο γίνεται ανάλυση και παρερμηνεία εγγράφων της περιόδου της Τουρκοκρατίας πάνω στους κατοίκους της περιοχής, στα οποία αναφέρονται όλοι ως “Βούλγαροι”. Ένας παρόμοιος οργανισμός η “Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών”, υπήρχε και στην Θεσσαλονίκη, συμπεριλάμβανε και το “Κέντρο Αποδήμων Μακεδόνων” το οποίο αποτελούσε ένα αντιστάθμισμα στις παράλογες και πλασματικές απαιτήσεις τόσο των Βουλγάρων, όσο και των Σκοπιανών της Γιουγκοσλαβίας, τα οποία όμως δυστυχώς διέλυσε η τότε “δημοκρατική κυβέρνηση Σημίτη”, με την δικαιολογία των περικοπών για λόγους οικονομίας και την δημιουργία του αποτυχημένου και τελείως ανίκανου ΣΑΕ. 

Έτσι λοιπόν άφησε ελεύθερους τους ορίζοντες της προπαγάνδας υπέρ των Σλαβόφωνων των δύο χωρών, σε βάρος των δικαίων των Έλληνο-Μακεδόνων. Τα αποτελέσματα της εφαρμογής εκείνης της απαράδεκτης πολιτικής, υπήρξαν καταλυτικά για την Έλληνο-Μακεδονική κοινότητα του Τορόντο. Η οποία είδε πολλά μέλη της να απομακρύνονται από τις τάξεις της, ως ενεργά μέλη, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, για εκείνη την απαράδεκτη πολιτική της κυβέρνησης Σημίτη, η οποία τους υποτιμούσε και τους μεταχειριζόταν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Το 1990 είχα την ευκαιρία να έχω μια σχετική συνομιλία με τον γνωστό δισεκατομμυριούχο χρηματιστή George Soros, ήταν η περίοδος που προσπαθούσε να επιβάλλει την πολιτική των “ανοικτών αγορών”  της “ελεύθερης κοινωνίας”. Η συζήτηση μας εκείνη είχε περιστραφεί γύρω από την ΦΥΡΟΜ και την Αλβανία, στις οποίες μόλις είχε εγκαταστήσει τους πράκτορες του της ελεύθερης κοινωνίας.  

Αναφερόμενος λοιπόν πάνω στο γεγονός της εθνικής ταυτότητας του πληθυσμού της Βόρειας Ηπείρου, τον ρώτησα εάν μέσα στα πλαίσια των σχεδίων του για δημοκρατική επιμόρφωση των νέων Αλβανών, συμπεριλαμβανόταν και εκείνη των νέων της Ελληνικής μειονότητας. “Αυτό είναι βέβαιο”, ήταν η απάντησή του. “Από το γεγονός ότι βρίσκονται στη διοικητική ζώνη της Αλβανίας θα έχουν τα ίδια δικαιώματα για μας, το άσχημο σε αυτή τη περίπτωση είναι ότι η αιτία παραμονής της μειονότητας αυτής στη δικαιοδοσία της Αλβανίας, είναι η Αθήνα.” Όταν λοιπόν τον ρώτησα τι εννοούσε, ο τελευταίος μου δήλωσε ότι όλες οι χώρες των Βαλκανίων ζητούν την επαναχάραξη των συνόρων τους, προκειμένου αυτά να γίνουν ποιο δίκαια και αντιπροσωπευτικά των πληθυσμών που συμπεριλαμβάνουν, “Αυτή είναι η επιθυμία όλων, πλην της Ελλάδος”, μου δήλωσε εκείνος. Στη δε ερώτησή μου γιατί πιστεύει ότι συμβαίνει αυτό μου δήλωσε ότι “επειδή η Αθήνα φοβάται ότι θα είναι ο μεγάλος χαμένος. Η Άγκυρα ζητάει τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και μέρος της Δυτικής Θράκης, η Σόφια την υπόλοιπη Θράκη μέχρι την Καβάλα, την οποία θεωρεί φυσικό λιμάνι της στο Αιγαίο, το Βελιγράδι προσδοκά τις Μακεδονικές περιοχές του Αιγαίου με την Θεσσαλονίκη και τα Τίρανα σχεδόν ολόκληρη την Θεσσαλία”. 

Αυτή ήταν μια τόσο αποκαλυπτική συνομιλία η οποία όχι μόνο με εντυπωσίασε μα και με προβλημάτισε σε τέτοιο σημείο ώστε να αναφερθώ κατ’ επανάληψη με την αρθρογραφία μου σε αυτήν και όχι μόνον. Το ίδιο σχεδόν διάστημα σε συνομιλίες μου με Τούρκους αξιωματούχους μάθαινα ότι η Άγκυρα ήταν αποφασισμένη να διεκδικήσει τα νησιά, τη μισή Θράκη καθώς επίσης και να προσαρτήσει στη δικαιοδοσία της το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. “Σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να επαναλάβουμε τα λάθη που κάναμε στην περίπτωση της Κρήτης” μου είχε δηλώσει ο συνομιλητής μου, “τώρα έχουμε τις εμπειρίες του παρελθόντος και μπορούμε να διαφωτίσουμε την διεθνή κοινότητα για την κουτοπονηριά των Ελλήνων”.

 Όταν ωστόσο θέλησα να αναφερθώ σε αυτούς μου τους προβληματισμούς με τους εκπροσώπους της Αθήνας, ομολογώ ότι συνάντησα ένα πραγματικό τείχος άρνησης και επικίνδυνης σιωπής. Τόσο τα μέλη των διπλωματικών αποστολών της Αθήνας σε Καναδά και ΗΠΑ, όσο και οι στρατιωτικοί σύμβουλοι, σε κάθε μου προσπάθεια αρνήθηκαν να δώσουν τη παραμικρή εξήγηση ή ερμηνεία. Το μόνο που άκουγα ήταν “Την δουλειά σου κ. Σάρα, και αφήστε και εμάς να κάνουμε τη δική μας”. Έλα όμως που δεν την έκαμναν. Θυμάμαι μάλιστα ότι σε μια συνομιλία μου  με διευθυντή τύπου της πρεσβείας γύρω από την γενοκτονία των Ποντίων, ο τελευταίος ήταν κατηγορηματικός αρνητής της, υποστηρίζοντας ότι ήταν μάλλον “πολεμική ακρότητα”, παρά γενοκτονία. Θυμάμαι ακόμα ότι εκείνος ο διευθυντής τύπου ήταν παντρεμένος με Τουρκάλα από τη Κωνσταντινούπολη. 

Σε άλλη περίπτωση, άλλος διπλωμάτης, με το βαθμό του πρέσβη, που βρισκόταν σε διάσταση με την Ελληνίδα σύζυγό του, είχε πάρει και συζούσε με Τουρκάλα δημοσιογράφο του επίσημου κρατικού πρακτορείου ειδήσεων “Ανατολή” της Τουρκίας, για την οποία μάλιστα, ψιθυριζόταν,  ότι ήταν και πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών της Τουρκίας. Όταν δε αργότερα ο ίδιος διπλωμάτης φαίνεται να δημιούργησε νέες φιλίες με κυρία της ομογενειακής παροικίας, η Καναδική πρωτεύουσα γνώρισε πραγματικές Ομηρικές μάχες μεταξύ του διπλωμάτη και των δύο κυριών, οι οποίες σε τελευταία ανάλυση, σταματούσαν μόνο  με την παρουσία της αστυνομικής δύναμης της πρωτεύουσας, έως ότου τελικά η διεφθαρμένη Αθήνα αντιληφθεί τη ζημία που γινόταν και αποφασίσει να τον αποσύρει από την Οτάβα. Κάτω όμως από αυτή την ανάλυση, δίκαια διερωτάται ο παρατηρητής εάν το πολιτικό και διπλωματικό κατεστημένο των Αθηνών, θέλησε να αντιληφθεί ποτέ τα βαριά σύννεφα που  σχηματίζονταν πάνω από τους ορίζοντας των εθνικών δικαίων των Ελλήνων. Ορίζοντες, τους οποίους ξεπούλησαν με τις τυχοδιωκτικές τους πολιτικές, καθώς συναγωνίζονταν ο ένας τον άλλο στην άσκηση μειοδοτικής πολιτικής, προκειμένου να παραμείνουν αρεστοί στους δυνατούς των εκάστοτε εποχών, για την παραμονή και άσκηση της εξουσίας από αυτούς.

Η Άγκυρα και οι απειλές της

Είναι πλέον βέβαιο ότι η Άγκυρα εδώ και δεκαετίες εργαζόταν συστηματικά πάνω στην προώθηση των σχεδίων διεκδίκησης Ελληνικών εδαφών, με την δήθεν προσπάθεια ενημέρωσης της κοινής γνώμης και των διοικούντων την διεθνή κοινότητα. “Είμαστε αποφασισμένοι να διεκδικήσουμε ότι δικαιωματικά μας ανήκει”, μου είχε ξεκαθαρίσει σε μια από τις συνομιλίες μας Τούρκος κυβερνητικός αξιωματούχος, “μολονότι δε έχουμε τη δυνατότητα να επιβάλουμε το αίτημά μας με τη στρατιωτική μας ισχύ, εμεί προτιμάμε την ειρηνική διπλωματική λύση. 

Εάν ωστόσο για άλλη μια φορά αυτές οι προσπάθειες αποτύχουν, είμαστε διατεθειμένοι να τις επιβάλουμε με τη βοήθεια της βίας, Στην τελευταία περίπτωση δεν πρόκειται να διστάσουμε, γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πιθανότητες να χάσουμε εκατό χιλιάδες μέλη των ενόπλων δυνάμεών μας, ίσως και περισσότερους, πλην όμως έστω και με αυτό το τίμημα πιστεύουμε ότι πρόκειται να πάρουμε πίσω ότι πιστεύουμε ό,τι μας ανήκει και το σφετερίζεται η Αθήνα.”

 Σε όλα αυτά, βέβαια, η Αθήνα συνέχισε να παραμένει βουβή έως ότου το 1974 ο τότε γ. Γ του ΝΑΤΟ Λουνς, με απόρρητο έγγραφό του ενημέρωνε τα μέλη της συμμαχίας, ότι συμφώνησε τελικά οι “Νέα γενιά των πολιτικών της Ελλάδας” “να αποδεχθεί τις απαιτήσεις της Τουρκίας προκειμένου να επιλυθούν όλες οι διαφορές ειρηνικά προς όφελος και ενδυνάμωση της συμμαχίας.” Ήταν ακριβώς που την είδηση αυτή επιβεβαίωσε και ο Έλληνας ΥΠ.ΕΞ. ότι “είναι προτιμότερο να έχουμε μερικά στρέμματα γης λιγότερα από εκείνα που μας ανήκουν…” Κάτω από τα γεγονότα αυτής της ανάλυσης, δεν θα είχα καμία αμφιβολία ότι η Άγκυρα του Ερντογάν έχει και την πρόθεση και την διάθεση να ανοίξει ένα θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο και τη Θράκη. 

Γνωρίζουν οι επιτελείς τους ότι μια πιθανή εμπλοκή δεν πρόκειται να κρατήσει περισσότερο από δύο 24ωρα, οπότε και θα παρέμβει το Συμβούλιο Ασφαλείας  του ΟΗΕ, και θα ζητήσει κατάπαυση των εχθροπραξιών, “για τους λόγους αυτούς, οι Ένοπλες δυνάμεις είναι έτοιμες ώστε να προχωρήσουν στη κατάληψη το δυνατόν περισσοτέρων εδαφών, προκειμένου να έχουμε το λόγο αργότερα στο τραπέζι των ειρηνευτικών συνομιλιών”, σύμφωνα με τον Τούρκο συνομιλητή μου.

 Ίσως να έχει δίκιο, ίσως αυτή να είναι η πραγματικότητα, το βέβαιο, πάντως, αυτή την ώρα, είναι ότι παρά τις προετοιμασίες της Άγκυρας, πριν αυτή τελικά τολμήσει κάποιο παρόμοιο επιχείρημα, επίκειται νέο πραξικόπημα στη χώρα και τη φορά αυτή πρόκειται να ξεσπάσει ένας πραγματικά άγριος εμφύλιος σπαραγμός ο οποίος θα στοιχίσει ποτάμια αίματος και θα έχει σαν αποτέλεσμα τη πτώση του Ερντογάν και τη διάλυση της Τουρκικής επικράτειας. Με τη δημιουργία πέντε διαφορετικών διοικητικών ενοτήτων, συμπεριλαμβανομένης και μιας μικρής και ανίσχυρης πλέον Τουρκίας. 

Το κακό είναι ότι σε αντάλλαγμα η Άγκυρα θα επιμείνει να τις δοθούν τα μεγάλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, τα οποία ήδη έχουν αποδεχθεί και της έχουν υποσχεθεί η “νέα γενιά” των πολιτικών που κυβερνούν την Αθήνα. Το άλλο μεγάλο θύμα αυτών των αλλαγών θα είναι τα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, τα οποία είναι έτοιμη να προσαρτήσει η Άγκυρα στα δικά της εδάφη.

Thomas S. Saras
President & CEO
National Ethnic Press and Media Council of Canada

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου