Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΖΑΚΟΝΤΙΝΟΣ
Σε αυτήν την παρουσίαση που διεξέρχεται θέματα που απασχολούν τη Θράκη μας, πιστεύω ότι ίσως βοηθήσει να γίνει καλύτερα κατανοητό το πρόβλημα, αλλά και μερικά από τα αίτια που μας οδήγησαν σ’ αυτή την κατάσταση.
Και βέβαια δεν είναι εύκολο να αποδεχθεί κανείς τις διάφορες προσεγγίσεις που ερμηνεύουν τα διάφορα γεγονότα αλλά θα προσπαθήσουμε να πλησιάσουμε με ρεαλισμό την πραγματικότητα βάσει αποτελεσμάτων, μιλώντας σε μία γλώσσα χωρίς διπλωματικούς ελιγμούς, αλλά που κατά την άποψή μας εμπεριέχει αλήθειες που δυστυχώς επαληθεύονται.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ – ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ 
Η γεωγραφική ενότητα της Θράκης καταλαμβάνει το Β.Α. ακραίο τμήμα της χώρας και αποτελείται από τους Νομούς ΕΒΡΟΥ-ΡΟΔΟΠΗΣ και ΞΑΝΘΗΣ σε γραμμική διάταξη κατά μήκος της μεθορίου με τη Βουλγαρία (προς Βορρά) και την Τουρκία (ανατολικά). 
Η έκτασή της είναι 8.578 τ. χλμ ή 6,5% της συνολικής έκτασης της χώρας με πληθυσμό 350 χιλ. άτομα. 
Αποτελείται από γόνιμα προσχωματικά βαθειά εδάφη με πλούσιους υδροφόρους ορίζοντες και επιφανειακά νερά τα οποία παρέχουν ασφαλείς προϋποθέσεις μεγάλων αποδόσεων στις ετήσιες καλλιέργειες (σίτος – αραβόσιτος κλπ). 
Όσον αφορά τον ορυκτό πλούτο υπάρχουν ενδείξεις ότι είναι αρκετά σημαντικότερος από ότι μέχρι σήμερα γνωρίζουμε. 
Παρόλα αυτά η Θράκη αποτελεί μία ιδιαίτερη γεωγραφική ενότητα μέσα στην Ελληνική επικράτεια, μία ιδιαιτερότητα που έχει επισημανθεί από τους πρώτους χρόνους της προσάρτησής της και με βάση τις αποσπασματικές προσπάθειες εκ μέρους της Ελληνικής πολιτείας για την ανάπτυξη της περιοχής, δεν έγινε ποτέ δυνατόν η πλήρης αξιοποίηση του δυναμικού της και για τους εξής λόγους:

 Στην ακραία θέση του γεωγραφικού διαμερίσματος και στις μεγάλες αποστάσεις από τα μεγάλα αστικά κέντρα, 
 Στο γεγονός ότι οι έμπειροι και μορφωμένοι γηγενείς δεν παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στην περιοχή καθόσον μετακινούνται σε μεγαλύτερα αστικά κέντρα, στερώντας την περιοχή από τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους. 
 Στη σχετική ανομοιογένεια του πληθυσμού της περιοχής που αποτελείται από χριστιανούς, πομάκους,τουρκογενεις και ρομά. 

Κύριος όμως λόγος για τη δημιουργία αυτής της ιδιαιτερότητας που χαρακτηρίζει την περιοχή θα πρέπει να αποδοθεί και στην ασκηθείσα διαχρονικά, πολιτική όλων των ελληνικών κυβερνήσεων που εξαντλείτο στο μειονοτικό θέμα που αντιμετωπιζόταν με διάφορους περιορισμούς αλλά και με αστυνομικές διατάξεις.  
 Η πολιτική αυτή σίγουρα ήταν, από τους βασικότερους παράγοντες που περιθωριοποίησαν την περιοχή αλλά και δημιούργησαν τα προβλήματα οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού χαρακτήρα, δίνοντας την ευκαιρία στην Τουρκική εξωτερική πολιτική, η οποία χαρακτηρίζεται από συνέχεια, συνέπεια, υπομονή και καλό σχεδιασμό στους μακροχρόνιους στόχους της, να δημιουργήσει συνθήκες εφαρμογής των σχεδιασμών της που αποβλέπουν σε πρώτη φάση τουλάχιστον, στην επιβολή τουρκικής συνείδησης σε όλους τους μουσουλμάνους της Θράκης. 

Η μεταστροφή της ελληνικής πολιτείας άρχισε μετά το 1950 με την εφαρμογή μιας άλλης πολιτικής καθώς επικράτησαν νέες ιδέες, που είχαν σχέση με την περιφερειακή ανάπτυξη. 
Και αυτό γιατί, όσο γινόταν συνείδηση ότι η ταχεία και απρογραμμάτιστη ανάπτυξη της Αθήνας δημιουργούσε μεγάλα προβλήματα στη χώρα, τόσο αυξάνονταν οι τάσεις για την ανάπτυξη της περιφέρειας. 
Τα αποτελέσματα από την εφαρμογή αυτής της περιστασιακής αναπτυξιακής πολιτικής ήταν πενιχρά και βέβαια ανάλογα ήταν και αυτά για την Θράκη που όμως η ιδιαιτερότητά της απαιτούσε μία άλλη, τελείως διαφορετική αντιμετώπιση από την υπόλοιπη περιφέρεια. 

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούμε στα γεγονότα του 1955 όπου υπό συνθήκες οργανωμένης δίωξης, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης, του οποίου την υπόσταση εγγυάτο η συνθήκη της Λωζάνης του 1923, αναγκάστηκε να τραπεί σε φυγή, ενώ παράλληλα καταργήθηκε de facto, το καθεστώς αυτοδιοίκησης της Ελληνικής μειονότητας των νήσων Ίμβρου και Τενέδου. Η δε μετατροπή των νήσων αυτών σε χώρους ελεύθερης διαβίωσης τούρκων καταδίκων υποχρέωσε τους Έλληνες των δύο νησιών σε εκπατρισμό. 
Αναμφίβολα χαρακτηριστική ήταν, για ανεξήγητους λόγους, η αδράνεια της Ελληνικής πολιτείας πάνω σε αυτές τις εξελίξεις, η οποία αντί να συνεχίσει την εφαρμογή υποτονικών και αναποτελεσματικών μέτρων, έπρεπε να σχεδιάσει και να υλοποιήσει τάχιστα μία άλλη πολιτική στρατηγικού χαρακτήρα για την Θράκη, που να ενσωμάτωνε τον εκδιωχθέντα Ελληνισμό της Κων/λης και των νήσων Ίμβρου και Τενέδου στην περιοχή. 

 Η υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής σίγουρα θα απογείωνε κοινωνικά και οικονομικά τη Θράκη ενώ παράλληλα θα θωράκιζε αμυντικά και την χώρα. 
Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο έγινε πλέον σαφές ότι έπρεπε να ενισχυθούν οι ανατολικές ακριτικές περιοχές με κύρια επιλογή τη Θράκη, εφαρμόζοντας μία άλλη πολιτική οικονομικής ανάπτυξης και με στόχο να συγκρατηθεί ο πληθυσμός στην περιοχή μέσω της δημιουργίας νέων αλλά και της επέκτασης παλαιών μεταποιητικών μονάδων. 

Στη βάση αυτή δημιουργήθηκε και ψηφίστηκε ο Ν. 289/76. 
Με το νέο νόμο δημιουργήθηκαν τα κίνητρα για την ανάπτυξη των παραμεθόριων περιοχών που περιελάμβαναν διάφορα μέτρα για τις επιχειρήσεις που θα εγκαθίστανταν εκεί όπως. 

- Μειωμένη φορολογία επί των κερδών, των αποθεματικών, της μεταβίβασης ακινήτων 
- Κάλυψη μέρους της δαπάνης κτιριακών εγκαταστάσεων 
- Επιδότηση των επενδύσεων και του επιτοκίου 
- Μείωση των ασφαλιστικών εισφορών 
- Χορήγηση στεγαστικών δανείων με ευνοϊκούς όρους καθώς 
και διάφορες φοροαπαλλαγές και συναφείς ρυθμίσεις 

Έτσι λοιπόν μεγάλος αριθμός επιχειρηματιών και επενδυτών έσπευσε να επωφεληθεί των σχετικών κινήτρων και μέσα σε ένα χρόνο είχαν υπαχθεί στο σχετικό νόμο 370 επιχειρήσεις με πρόβλεψη να απασχολήσουν 27.000 άτομα. 

 Βέβαια το πρόγραμμα ουδέποτε υλοποιήθηκε σε όλη του την έκταση καθόσον, το μεν αρμόδιο Υπουργείο υπήγαγε τα υποβαλλόμενα αιτήματα στις ευεργετικές διατάξεις του Νόμου αλλά στη συνέχεια οι τράπεζες εξετάζοντας σε βάθος τα αιτήματα για χρηματοδότηση, με κύριο κριτήριο τη βιωσιμότητα της επένδυσης, υλοποίησαν μέρος αυτών, σε ποσοστό 8% των υπαχθέντων στο Νόμο από το σχετικό Υπουργείο. 
Όσον αφορά τις ζητούμενες από τις Τράπεζες εξασφαλίσεις που ναι μεν στην περίπτωση των βιοτεχνιών, η κρατική εγγύηση ήταν αρκετή, όμως στην περίπτωση χρηματοδότησης μεγάλων επιχειρήσεων υπήρχαν σε πολλές περιπτώσεις αξεπέραστες δυσκολίες. 
Αυτό συνέβαινε διότι, το καθεστώς λειτουργίας των Τραπεζών δεν επέτρεπε χρηματοδοτήσεις μεγάλων ποσών, αφού δεν είχε προηγηθεί προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής από την Κεντρική Τράπεζα, της οποίας οι διατάξεις για τα ανώτατα όρια χρηματοδότησης ήταν πολύ χαμηλότερα των ζητουμένων δανείων. 

 Έτσι λοιπόν η αποτυχία του συγκεκριμένου προγράμματος ήρθε φυσιολογικά και εκ των υστέρων έγινε αντιληπτό ότι δεν υπήρχαν μηχανισμοί για την ταχεία προώθηση, ορθή μελέτη αλλά και αξιολόγηση των σχετικών αιτήσεων. 
Επίσης στην αποτυχία του προγράμματος συνετέλεσε και το γεγονός οτι σε πάρα πολλές περιπτώσεις οι διάφορες διευκολύνσεις, διεύρυνσης χρηματοδοτήσεων, ρυθμίσεων κλπ συνεχίσθηκαν να δίνονται σύμφωνα με την πίεση, που ασκούσαν στην εκάστοτε κυβέρνηση, οι παραγωγικές τάξεις της περιφέρειας αλλά κυρίως, οι επιτόπιοι πολιτικοί (βουλευτές – υπουργοί). 

Στη συνέχεια εφαρμόσθηκε ένα άλλο επενδυτικό καθεστώς με χαρακτηριστικό την καθιέρωση επιδοτήσεων του έργου. Οι νόμοι 1262/82, 1682/82, 1892/90, 2234/94 καθιέρωσαν ελκυστικά κίνητρα που ωστόσο προσήλκυσαν δυστυχώς πολύ περιορισμένο αριθμό ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ επενδυτών, ενώ οι ήδη εγκατεστημένοι επιχειρηματίες το μόνο που επιζητούσαν ήταν να ρυθμίσουν με ευνοϊκότερους όρους τις ήδη αναληφθείσες από αυτούς υποχρεώσεις τους. 
Καταλήγοντας θα μπορούσαμε να πούμε μετά βεβαιότητας ότι τα αποτελέσματα της όλης προσπάθειας ήταν αντιστρόφως ανάλογα σε σχέση με τα κεφάλαια που αναλώθηκαν κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου.(τουλάχιστον 25ετίας) 
Βεβαίως, ούτε επετεύχθη και ο στόχος της διατήρησης πληθυσμού στην περιοχή, παρά την προσπάθεια εγκατάστασης των ομογενών που προέρχονταν από την π. Σοβιετική Ένωση, η οποία απεδείχθη και αυτή προσωρινού χαρακτήρα. 

Ωστόσο, ουδέν κακόν αμιγές καλού καθόσον συντελέσθηκαν διαχρονικά αλλαγές στις υποδομές που σίγουρα εντυπωσιάζουν, όπως το οδικό δίκτυο που βελτιώθηκε (φαρδύτεροι και καινούριοι δρόμοι). 
Υλοποιήθηκε το μεγάλο έργο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ που διατρέχει κατά μήκος και τους τρεις Νομούς, οι πόλεις εκμοντερνίστηκαν και επεκτάθηκαν (όμως όλα αυτά σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν την επιθυμητή οικονομική ανάπτυξη). 
Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι ο σιδηροδρομικός άξονας Αλεξανδρούπολης Ορμενίου μήκους 178 χλμ έχει ανακαινισθεί, ενώ έχει αναβαθμισθεί και ο οδικός. 
Ο νέος προβλήτας του λιμένα Αλεξανδρούπολης που κατασκευάσθηκε προ 10ετίες και η σύνδεσή του με τον εμπορικό σιδηροδρομικό σταθμό απαιτεί ελάχιστο κόστος, ενώ οι προοπτικές εκβάθυνσης του λιμένα στα 9-10 μέτρα θα επιτρέπουν την προσέγγιση πλοίων μεγάλου εκτοπίσματος.  

 Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το Ρωσικό ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε 
- με την ίδρυση προξενείου στην Αλεξανδρούπολη 
- για την εκμετάλλευση του λιμένα της Αλεξανδρούπολης, 
- για την Αγορά των υπό αποκρατικοποίηση ΤΡΑΙΝΟΣΕ και ΕΕΣΤΥ. 

Από την άλλη πλευρά η ευρύτερη περιοχή της Θράκης αποκαλείται εδώ και αρκετά χρόνια νεκροταφείο επιχειρήσεων, καθώς οι εκατοντάδες εταιρίες-προιόν των πιο πάνω αναπτυξιακών νόμων- που λειτούργησαν για κάποια χρόνια , σήμερα είτε έχουν κλείσει, είτε μεταφέρθηκαν σε άλλες χώρες και είναι χαρακτηριστική η αναφορά από μεγάλη εφημερίδα του κέντρου ότι ενώ το 2003 στο επιχειρησιακό κέντρο Ροδόπης λειτουργούσαν 99 επιχειρήσεις που απασχολούσαν 17.000 άτομα, σήμερα έχουν απομείνει 7 και μετά βίας απασχολούν 900. 
 Η δε ανεργία στους νομούς Ξάνθης και Ροδόπης φθάνει το 40% πράγμα που σηματοδοτεί την περαιτέρω συρρίκνωση της δραστηριότητας, δηλητηριάζοντας όλο και περισσότερο την κοινωνική ατμόσφαιρα με την αυξανόμενη φτώχεια. 

Επίσης με βάση τα παραπάνω αλλά και τη διαπίστωση ότι ο κύριος όγκος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Θράκης είτε έχει αδρανοποιηθεί είτε μετανάστευσε στη Βουλγαρία λόγω των υφισταμένων εκεί, ευνοϊκών συνθηκών, όπως:
- του χαμηλού εργατικού κόστους (που όμως πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση.) 
- των ειδικών φορολογικών κινήτρων και διευκολύνσεων, αλλά και 
- του ευέλικτου νομικού πλαισίου 
δημιουργεί όλες εκείνες τις συνθήκες πίεσης, από διάφορα όργανα της κομισιόν της Ε.Ε. γιά τη δημιουργία στην περιοχή Ειδικής Οικονομικής Ζωνης (ΕΟΖ). 

Το θέμα αυτό τίθεται ως κίνητρο αλλά και προυπόθεση για την προσέλκυση Διεθνών επενδύσεων που σύμφωνα με τίς εκτιμήσεις τους θα συμβάλουν σε γενικές γραμμες στην ανάπτυξη της περιοχής αλλά κατ επέκταση και της χώρας . 
Ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι η ΕΟΖ είναι μία γεωγραφική περιοχή στην οποία ισχύει ένα εντελώς ιδιαίτερο νομοθετικό, οικονομικό και διοικητικό καθεστώς.  
Δηλαδή σε μία Ε.Ο.Ζ. το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας δεν είναι το ίδιο που ισχύει για την υπόλοιπη επικράτεια. Οι συνθήκες εργασίας κατά τεκμήριο είναι δύσκολες και περιλαμβάνουν 10ωρη εργασία. Οι αμοιβές είναι χαμηλές και συχνά προσφέρεται και κατάλυμα εντός ή κοντά στο χώρο εργασίας, στους εργαζόμενους που έρχονται να εργαστούν από άλλες περιοχές. Επίσης στις ΕΟΖ δεν απασχολούνται μόνο ντόπιοι αλλά και μετανάστες οιασδήποτε εθνικότητας. 

Ανεξάρτητα από το όποιο όφελος των συγκεκριμένων εταιριών που λειτουργούν στις ΕΟΖ , θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι δε υπάρχουν ικανοποιητικές αμοιβές στους εργαζόμενους, πράγμα που τους επιβάλει να κατοικούν στα εργασιακά στρατόπεδα και κατά συνέπεια η οικονομία της περιοχής ουδόλως επωφελείται από την εγκατάσταση αυτών των επιχειρήσεων, αλλά ούτε και η οικονομία της Χώρας, αφού η φορολογία επ’ αυτών των επιχειρήσεων είναι αμελητέα έως ανύπαρκτη. 
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που δημιουργηθεί ΕΟΖ στη Θράκη και με δεδομένο, τις επικρατούσες διεθνώς, σε αυτές τις ζώνες συνθήκες εργασίας, τις χαμηλές αμοιβές καθώς και η προοπτική να απασχοληθούν άτομα άλλων εθνικοτήτων είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι θα παγιώσει το ήδη συρρικνωμένο εισόδημα των αυτοχθόνων κατοίκων, θα δημιουργήσει συνθήκες για αύξηση της ανεργίας ενώ η έλευση ατόμων με διαφορετική κουλτούρα, θρησκεία, μόρφωση, αλλά και βιοτικό επίπεδο μάλλον θα προκαλέσει σε αυτούς την ανάγκη να αναζητήσουν αλλού καλύτερη τύχη. 

Η εξέταση μιας τέτοιας προοπτικής, δηλαδή δημιουργία ΕΟΖ, από τα θεσμικά όργανα της Ελληνικής πολιτείας δίνει τουλάχιστον την εντύπωση ότι δεν έχουν αξιολογήσει επαρκώς την έκταση του κινδύνου, για την απώλεια εθνικής κυριαρχίας στην συγκεκριμένη στρατηγικής σημασίας και πλούσια σε μεταλλεύματα περιοχής και αναφερόμαστε κυρίως στην προοπτική αλλοίωσης της πληθυσμιακής σύνθεσης της . 
Πέραν όλων των παραπάνω δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να παραβλέπεται και η επιχειρούμενη προσπάθεια για διεύρυνση της τουρκικής επιρροής στην οικονομία της Θράκης, η οποία εκδηλώνεται μέσω της τουρκικής τράπεζας ZIRAAT που έχει ήδη αναπτύξει σημαντική δραστηριότητα στους νομούς ΡΟΔΟΠΗΣ και ΞΑΝΘΗΣ. 

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ  
Επειδή όταν μιλάμε για ανάπτυξη εννοούμε πρωτίστως την οικονομική ανάπτυξη, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η Οικονομία είναι μία κοινωνική επιστήμη και για να γίνουν σωστές προβλέψεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πολλές παράμετροι που την επηρεάζουν, π.χ. το ΑΕΠ, το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της χώρας, η πολιτική κατάσταση, το επίπεδο απασχόλησης, η παιδεία, το διεθνές εμπόριο και οι διεθνείς σχέσεις, οι απειλές κλπ.
Σε αντίθετη περίπτωση γίνεται φιλέκδικη και διαψεύδει τις προσδοκίες των ειδικών.
Στο παρελθόν και σε επίπεδο κράτους ποτέ δεν χρησιμοποιείτο ο όρος ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ μόνο αλλά πάντα ο όρος ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ.
Για τους οικονομολόγους Adam Smith – David Ricardo ήταν αδύνατο να κατανοηθεί η οικονομία χωρίς την πολιτική, αλλά και το αντίστροφο, δηλαδή πολιτική χωρίς την οικονομία.
Οι δύο αυτοί όροι εκφράζουν τομείς που είναι τελείως διαφορετικοί, αλλά πάρα πολύ συνδεδεμένοι μεταξύ τους και πιστεύω, ότι είναι απολύτως κατανοητό από όλους μας ότι όταν υπάρχει μία λίαν αποδοτική αγορά, που αναδύθηκε μέσα από ατομική δραστηριότητα, σίγουρα πλαισιωνόταν από ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο την αναδείκνυε.
Παρόλα αυτά οι προσπάθειες που έγιναν μέχρι σήμερα αποδείχθηκαν δυσανάλογα μικρές σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος. Αυτές εκδηλώθηκαν με αποσπασματικό τρόπο και στόχευαν περιστασιακά μέσω της ανορθολογικής λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος ενώ η έλλειψη οργάνωσης και μέσων καθώς και η γραφειοκρατική αντίληψη της Δημόσιας Διοίκησης σχεδόν τις εξουδετέρωσαν. 
Η ανάπτυξη της Θράκης είναι υπόθεση εθνικής προτεραιότητας και θα πρέπει να συνειδητοποιηθεί από όλους ότι το παρόν και το μέλλον δεν εξαρτάται μόνο από την αμυντική της θωράκιση, την οποία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να παραβλέπουμε. Μεσοπρόθεσμα πλέον εξαρτάται εξίσου αν όχι περισσότερο, από την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής. 
Η οικονομική κρίση στην περίπτωση της Θράκης, έστω και χωρίς να υπερβαίνει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η υπόλοιπη χώρα, ενδέχεται να έχει πολύ πιο επώδυνες επιπτώσεις, καθόσον ο τοπικός πληθυσμός είναι σχετικά μικρότερος (η πλέον αραιοκατοικημένη περιοχή της Ελλάδας μετά τη Δυτική Μακεδονία), αλλά και ανομοιογενής και το κυριότερο έχει την τάση να επενδύει και να μετακινεί τα κεφάλαιά του εκτός της περιοχής λόγω του φόβου, της εξ Ανατολών απειλής. 
Αυτό αποτελεί σήμερα τον μεγαλύτερο κίνδυνο, γιατί αν παγιωθεί αυτή η αντίληψη, τότε με τη φυγή ανθρώπων και κεφαλαίων, η περιοχή θα απειληθεί από οικονομική κατάρρευση και δημογραφική αλλοίωση με δυσάρεστη συνέπεια για την πατρίδα μας. 
Αυτό το δυσμενές ψυχολογικό κλίμα που διακατέχει τον πληθυσμό της περιοχής πρέπει οπωσδήποτε να αντιστραφεί, αλλά για να γίνει αυτό χρειάζεται δραστική παρέμβαση της πολιτείας για την ενεργοποίηση του πλούσιου δυναμικού της περιοχής σε νέες κατευθύνσεις. Θα πρέπει να γίνει σαφές ότι με βάση τον ιδιαίτερο γεωπολιτικό μας χώρο οι προοπτικές της Θράκης θα πρέπει να συνδεθούν με ένα πρότυπο εξωστρεφούς βιώσιμης ανάπτυξης με ιδιαίτερο προσανατολισμό στη Βαλκανική και την Ανατολική Ευρώπη μέχρι και τη Ρωσία. 
Στο ερώτημα ποιο είναι το πρότυπο της ανάπτυξης της Θράκης θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε άπειρες προτάσεις για εφαρμογή μέτρων ανάπτυξης, που διαχρονικά βλέπουν το φως της δημοσιότητας, ωστόσο εμείς θέτουμε ένα ερώτημα: Τι θέλουμε εμείς για τη Θράκη και πως δε θα επαναληφθούν τα σφάλματα του παρελθόντος; 
Η απάντηση σε αυτό το καίριο ερώτημα απαντάται στη ρήση του ρωμαίου Βιργιλίου «felix qui potuit rerum cognoscere causas». 
«Ευτυχείς αυτοί που γνωρίζουν τις αιτίες των πραγμάτων». 
Κατά συνέπεια η δρομολόγηση λύσεων στο θέμα της Θράκης προϋποθέτει σαφή και σε βάθος κατανόηση των σημερινών διαστάσεων του προβλήματος, αλλά και των αλλαγών που έχουν μεσολαβήσει ως προς τη διεθνή αντίληψη των πραγμάτων. Αυτό σημαίνει την ύπαρξη Εθνικής Στρατηγικής, αλλά για να υπάρξει ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ πρέπει να γίνουν σαφή τα ΕΘΝΙΚΑ συμφέροντα που συνδυάζονται απόλυτα με τα ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ συμφέροντα. 
Σήμερα τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά από το παρελθόν και οι χθεσινές μέθοδοι δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή. Ωστόσο τα χθεσινά συγκριτικά μειονεκτήματα μπορούν να μετατραπούν σε πλεονεκτήματα. Και εννοούμε ότι η πολιτεία θα πρέπει πρωτίστως να δημιουργήσει όλες εκείνες τις προϋποθέσεις για την προσέλκυση επενδύσεων υψηλής στάθμης, παρέχοντας καθεστώς ασφάλειας και φορολογικά κίνητρα που σε συνδυασμό με τη γεωγραφική της θέση (το παράλιο τμήμα μιας βαλκανικής ενδοχώρας) και την υφιστάμενη υποδομή να καταστεί μία επιτυχημένη επιχειρηματική περιοχή κι ένας ελκυστικός τόπος διαβίωσης για τους Έλληνες.  Εννοούμε ότι ο ρυθμός της προόδου, η κατανομή του εισοδήματος, η διάρθρωση των επενδύσεων μπορεί να σχεδιαστούν και να επιλυθούν από τον επίσημο φορέα της οικονομικής πολιτικής.
Κατά συνέπεια, το περιεχόμενο της ανάπτυξης είναι κατ’ εξοχήν θέμα πολιτικό και έτσι λοιπόν, πέραν των όποιων υποδομών που ήδη έχουν δημιουργηθεί θα πρέπει η πολιτεία να επέμβει σε τομείς που η ιδιωτική πρωτοβουλία είτε χωλαίνει, είτε δεν μπορεί να συντονιστεί.  Και εννοούμε την ανάληψη πρωτοβουλιών για τις γεωργικές επιχειρήσεις, τη μικρή και μεσαία μεταποίηση.  
Η επέμβαση της πολιτείας εστιάζεται στην αναδιοργάνωση των αγορών εσωτερικού αλλά και του εξαγωγικού εμπορίου, σε κάθε περίπτωση όμως θα πρέπει να υφίσταται διαχωρισμός των λειτουργιών του κράτους από τη δραστηριότητα του ιδιωτικού τομέα καθώς οι πολλαπλές και σε πολλές περιπτώσεις αυθαίρετες επεμβάσεις του ασκούν σαφή ανασταλτική επίδραση σε κάθε προοπτική ανάπτυξης.
Θεωρούμε ότι αν σχεδιασθεί και εφαρμοσθεί μία τέτοια πολιτική που θα δημιουργήσει μία κατάσταση οικονομικής κοινωνικής και πολιτιστικής ανάπτυξης θα αφυπνιστούν όλοι, ακόμη και πέραν των συνόρων μας γειτνιάζοντες μουσουλμάνοι, που πιστεύουμε ότι οι περισσότεροι έχουν αρκετό μυαλό για να αντιληφθούν τις καταστροφικές για αυτούς και τις οικογένειές τους συνέπειες που θα προκύψουν από την υλοποίηση των επιδιώξεων της ξένης προπαγάνδας. 
Μία σύγκριση με την υπάρχουσα στις γειτονικές χώρες κατάσταση θα λειτουργεί υπέρ της χώρας που προσφέρει σ’ αυτούς ελευθερία και άνετη διαβίωση. 
Η εφαρμογή μιας πολυδιάστατης πολιτικής για την ανάπτυξη της περιοχής αποτελεί εθνικό χρέος όχι μόνο για τη θωράκισή της, αλλά και για την άμβλυνση των ανισοτήτων και των διαφόρων τοπικών εντάσεων. 
Το δυσάρεστο όμως στην όλη υπόθεση είναι ότι από τις μέχρι σήμερα διακηρύξεις και κινήσεις των τελευταίων κυβερνήσεων δεν διαφαίνεται προοπτική ανάπτυξης στην περιοχή. 
Πως άλλωστε να γίνει αυτό, όταν οι ίδιοι σχεδόν άνθρωποι διαχειρίζονται διαχρονικά το θέμα αυτό μέσα από διάφορα πολιτικά σχήματα. 
Η πραγματική οικονομική επέκταση της Θράκης και όχι μόνο μπορεί να συντελεσθεί με σοβαρές και επίπονες προσπάθειες που χρειάζονται συλλογικότητα και το κυριότερο πολιτικούς με υπευθυνότητα, πατριωτισμό και φαντασία. 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΖΑΚΟΝΤΙΝΟΣ
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΛΙΣΜΕ
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ - Msc Στρατηγικές και Αμυντικές Σπουδές

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου