Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Γιατί η Ελλάδα? Από τον Πέδρο Ολάγια

Γιατί η Ελλάδα? 
(Por que Grecia) από τον Πέδρο Ολάγια (Pedro Olalla) (Από Οπτικοακουστική διάλεξη εκφωνημένη στην ημερίδα Κλασσικού Πολιτισμού του Σαγούντο στην Ισπανία την 17/11/2012, με αφορμή την πρόταση κατάργησης του μαθήματος των Ελληνικών στην Ισπανική εκπαίδευση) μετάφραση υπότιτλων: Τίμος Βόσσος- Γιούλη Κυριαζοπούλου

Σε όλους του εκπαιδευτικούς:
Όταν ήμουν παιδί, με παραξένευε που η Ελλάδα ήταν παρούσα πάντα στο πρώτο κεφάλαιο κάθε βιβλίου. Είτε αυτό αφορούσε ιστορία μαθηματικά ή οτιδήποτε άλλο, η Ελλάδα ήταν μπροστά στην αρχή ή στον ορίζοντα.

Εγώ τη φανταζόμουνα καταπράσινη, με πηγές , με δάση και ομίχλη σαν τα τοπία της γενέτειρας μου, της Αστούριας. Αυτά είναι τα πραγματικά τοπία της Ελλάδας. Ένας τόπος, ένα όνομα που με το έναν ή τον άλλο τρόπο, έχει χαράξει το δικό του τοπίο στο μυαλό κάθε δυτικού. Για κάποιους το Ελληνικό τοπίο είναι το ισορροπημένο και αιώνιο περίγραμμα ενός ναού, γι άλλους αυτό το ριζωμένο στην φαντασία τοπίο- είναι ένα τοπίο με ερειπωμένες κολώνες, Η θάλασσα και τα νησιά του Ομήρου, τα πράα και γαλήνια βοσκοτόπια της Αρκαδίας ή η μεγαλοπρεπής σιλουέτα της κλασικής Αθήνας. 

Αλλά γιατί η Ελλάδα? Γιατί η Ελλάδα έχει εισχωρήσει τόσο βαθιά μέσα μας? Γιατί ξανά και ξανά, όλα τα μονοπάτια μας οδηγούν σε εκείνη? Κανείς δεν αμφισβητεί ότι υπήρξαν και άλλοι πολιτισμοί, αλλά το βέβαιο είναι ότι κανένας μα κανένας άλλος πολιτισμός δεν έχει τόσο επανεκτιμηθεί, επανερμηνευτεί, διασωθεί και οικουμενικοποιηθεί, όσο ο Ελληνικός πολιτισμός.

Στο Ελληνικό τοπίο οι ελιές σχηματίζουν μία γεωμετρία ρυθμική και αρχαία, που διαταράσσεται που και πού από τη αιφνίδια παρουσία ενός κυπαρισσιού. Ως αιωνόβιο δέντρο κάθε ελιά τούτης της γης, είναι ένα αυθεντικό φυσικό μνημείο που φέρνει σε στενή επαφή τους ανθρώπους του σήμερα με τους πιο άμεσους προγόνους τους, που και εκείνοι την μπόλιασαν, την κλάδεψαν, την ράβδισαν και μεγάλωσαν τρώγοντας τους καρπούς της. Συναρπάζει η σκέψη πως κατά πάσα πιθανότητα, από την αρχαιότητα το ελαιόλαδο έχει πάντα την ίδια γεύση. Προκαλεί ίλιγγο. Ο Όμηρος ονόμασε την ελιά καταπράσινη, με νόστιμο καρπό, με φύλλα στενά και πυκνά, που βλασταίνει αγέρωχη. «Χλοερά, αγλαόκαρπος, τανύφυλλος και τηλεθόωσα ελαία». 

Προτού ακόμα εμφανισθεί το αλφάβητο, οι κάτοικοι αυτών των εδαφών αναπαριστούσαν με χαρακτήρες σχεδόν εικονικούς, με αιώνια σύμβολα που θα μπορούσαν να έχουν χαραχθεί και σήμερα τις λέξεις ελαιόδεντρο, ελιά και λάδι. Και λέγεται ότι η Θεά Αθηνά, που δώρισε στους ανθρώπους τον αυλό, το άροτρο, την πήλινη χύτρα, τον ζυγό για τα βόδια, το χαλινάρι του αλόγου, το άρμα και το πλοίο, που τους δίδαξε την επιστήμη των αριθμών και τις τέχνες της κουζίνας και της κλωστικής, που θεμελίωσε το δικαστήριο με σκοπό να ενώσει δικαιοσύνη και λογική, παραχώρησε στους θνητούς ως σύμβολο θεϊκής καλοσύνης μια ελιά. Είναι το δέντρο που η Αθηνά έκανε να βλαστήσει κάποτε στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, γύρω από το οποίο οικοδομήθηκε ύστερα το Ερεχθείο. Και η άμπελος ήταν ένα δώρο των Θεών. Ο Διόνυσος την γνώρισε στους ανθρώπους και μύησε τον Ικάριο και τον Οινέα στην επεξεργασία και τα μυστικά του κρασιού.

Από την πλευρά τους η Δήμητρα και η κόρη, οι Θεές της Ελευσίνας, έδειξαν στον πρίγκιπα Τριπτόλεμο την καλλιέργεια του σιταριού και του έδωσαν ένα άρμα που το έσερναν φτερωτά φίδια για να εξαπλώσει την γνώση του σε όλο τον κόσμο. Σιτάρι, αμπέλι και ελιά, ψωμί, κρασί και λάδι, τα τρία συστατικά που πάνω τους ο μεσογειακός πολιτισμός στηρίχθηκε και έφθασε ως εδώ. Και τι γνωρίζουμε γι αυτά πριν από την Ελλάδα? Ελάχιστα, σχεδόν τίποτα. Πιθανόν και άλλο αρχαίοι λαοί να γνώριζαν το σιτάρι, το αμπέλι και την ελιά, πριν ή και ταυτόχρονα με τους Έλληνες, αλλά όπως και σε τόσες άλλες περιπτώσεις, οι Έλληνες ήταν αυτοί, που με τους μύθους και τα έργα τους, δημιούργησαν με αυτά ένα πολιτισμό.

Κάθε γωνιά αυτής της γης είναι στην πραγματικότητα το σκηνικό ενός μύθου. Εδώ βρίσκονται οι κορυφές του Ολύμπου, η ιερή κατοικία των Θεών, τα νερά που πάνω τους ο Χάροντας περνούσε απέναντι τις ψυχές με την βάρκα του, η παραλία όπου η Αθηνά έκανε το Οδυσσέα να συνειδητοποιήσει ότι είχε φθάσει επιτέλους στην πατρίδα του. Έχω δει να σουρουπώνει ο ουρανός του Γενάρη πάνω από τα νερά του ποταμού Ελίσσοντα, όπου οι Ερινύες κυνήγησαν τον Ορέστη με τα μαστίγια των δακτύλων τους.

Τα βήματά μου με οδήγησαν στη σπηλιά, όπου η Ρέα ξεγέλασε τον Κρόνο δίνοντας μια πέτρα τυλιγμένη σε σπάργανα, ως την κορυφή της Αλιφείρας όπου η Αθηνά αναδύθηκε ως πάνοπλη κόρη από το κεφάλι του πατέρα της Δία, ως την λιμνοθάλασσα όπου ο Αλφειός ερωτεύθηκε την Αρετούσα και όπου ο Ηρακλής κατατρόπωσε με τα βέλη και τα χάλκινα κύμβαλά του, τις τρομερές Στυμφαλίδες Όρνιθες. Και ως την μοναχική κορυφή του Λυκαίου Όρους όπου οι Πελασγοί λάτρευαν ισότιμα τον Δία και τον Πάνα.

Αναμφίβολα η Ελλάδα οφείλει στην γοητεία των μύθων της, ένα μέρος της απήχησης που έχει στις καρδιές μας. Οι Έλληνες μας κληροδότησαν τους μύθους, τις αρχαιότερες ιστορίες του πολιτισμού μας. Οι εικόνες τους μας ενώνουν με τους ανθρώπους κάθε εποχής, ο συμβολισμός τους έχει γονιμοποιήσει επανειλημμένα τις εκφράσεις του πολιτισμού μας και η θέσης τους στην συλλογική μνήμη, δεν μπορεί πλέον να αντικατασταθεί από καμία άλλη ιστορία, παρελθούσα ή μελλοντική. Στην πραγματικότητα αγνοούμε ακόμα το αμάλγαμα που συνιστά αυτές τις παράξενες ιστορίες Θεών και ανθρώπων, αλλά ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: ότι ο Ελληνικός μύθος κατόρθωσε να φέρει εις πέρας το λεπτό εγχείρημα να θολώσει τα σύνορα μεταξύ του ανθρώπου, της φύσης και του Θείου. 

Χάρις στους μύθους, η γεωγραφία της Ελλάδας είναι μοναδική στον κόσμο, γιατί σε αυτήν, η φυσική ιστορία είναι και ανθρώπινη και Θεϊκή. Τοποθετώντας την γέννηση, το ανάθρεμμα και τις περιπέτειες των Θεών, στους ίδιους τόπους που οι άνθρωποι κατοικούσαν, ο μύθος κατόρθωσε να εντάξει τον άνθρωπο στην φύση και το Θείο, καθιστώντας τον μέτοχο του μηχανισμού και της αρμονίας τους. Με αυτόν τον τρόπο οι αρχαίοι Έλληνες επινόησαν μια μέθοδο για να κατανοήσουν τον κόσμο και όχι έναν αφελή τρόπο για να τον εξηγήσουν. Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σαν λαός μέσα στην φαντασία των μύθων, έδωσαν με αυτούς συνοχή στην ταυτότητά τους ως έθνος και καλλιέργησαν με την φύση μια σχέση ενσωμάτωσης και σεβασμού. Και δεν ήταν μόνο οι δημιουργοί των μύθων, αλλά και οι πρώτοι ερμηνευτές και κριτικοί τους. Οι ίδιοι οι Έλληνες που μας μετέδωσαν τους μύθους, αναρωτήθηκαν επανειλημμένα για το νόημά τους και όρισαν ενώπιόν τους το πεδίο της λογικής. 

Για άλλους λαούς και άλλες θρησκείες, η εξερεύνηση της φύσης, η προσέγγιση στο ανθρώπινο, το σωματικό και το εγκόσμιο, σηματοδοτούσε επικίνδυνη απομάκρυνση από το Θεϊκό- για τους Έλληνες ωστόσο δεν ίσχυε αυτή η σύγκρουση. Γι αυτό και μας κληροδότησαν μια στάση ξένη προς το δόγμα και ανοιχτή προς τον θαυμασμό και την γνώση. Αργότερα η Ευρώπη απαξίωσε αυτήν την στάση στην διάρκεια αιώνων σκοταδισμού και θρησκευτικού φονταμενταλισμού και όποτε προσπάθησε να την επανακτήσει, το έκανε κοιτώντας ξανά την Ελλάδα. Ευνοημένοι από την ανοιχτή και ενοποιητική διάλεκτο του μύθου, οι Έλληνες απήλαυσαν μια πίστη χωρίς δόγμα. 

Η θρησκεία τους δεν συνίστατο σε ένα πιστεύω αλλά σε μια στάση απέναντι στο μυστήριο και μία στάση καταφανέστατα ταπεινή. «Ζέυ όποιος και να είσαι,»-βάζει τον χορό να πει ο Αισχύλος- «αν έτσι αγαπάς να σε καλούνε κι εγώ έτσι θα σε αποκαλώ»- «να συγκριθεί με σένα τίποτα δεν βρίσκω όλα κι αν τα σταθμίσω»-«αν στ αλήθεια θέλω να πλήξω κάθε μάταιο φροντίδας άγχος». Αυτή η στάση συμβούλευε τους Έλληνες να μην εξαιρούν από την λατρεία τους, τους θεούς που δεν γνώριζαν. Γι αυτό και ο Απόστολος Παύλος, ανεβαίνοντας σε αυτά τα βράχια στον Άρειο Πάγο, συνάντησε ένα αλλόκοτο βωμό αφιερωμένο «τω αγνώστω θεώ» και μπόρεσε έτσι να πει σε εκείνους τους ανθρώπους τους ανοιχτός σε οποιονδήποτε νεωτερισμό ότι γι αυτόν τον Θεό που εκείνοι λάτρευαν χωρίς να γνωρίζουν ερχόταν μνα τους μιλήσει. Όλοι τον άκουσαν- μερικοί των πίστεψαν μερικοί όχι. 

Απέναντι σε τόσους ιερούς πολέμους που γέμισαν με αίμα τους αιώνες, απέναντι στην θρησκευτική αδιαλλαξία που ακόμα και σήμερα υφίσταται ο κόσμος στον οποίο ζούμε, η εν λόγω ταπεινή στάση εξακολουθεί να είναι επαναστατική. Η απουσία δογμάτων, το άνοιγμα προς νέες ιδέες, ο θαυμασμός και η αμφιβολία υπήρξαν τα συστατικά μιας στάσης δημιουργικής και γενναίας που οι Έλληνες ονόμασαν φιλοσοφία. 

Η φιλοσοφία, ως πράξη ελεύθερη και κριτική, ως γνώση που δεν έρχεται εκ των άνωθεν, αλλά συγκροτείται μέσα από προβληματισμό και διάλογο, είναι μια ειδικότητα που γεννήθηκε και καλλιεργήθηκε σε τούτη την γη. 
Και σε άλλα μέρη υπήρξαν σοφοί ιδιοφυΐες και πεφωτισμένοι, αλλά όχι πνευματικοί σύντροφοι, ίσοι στην αναζήτηση της αλήθειας. Αυτό το μέρος, η αγορά της Αθήνας, υπήρξε για πολύ καιρό το σημείο συνάντησης εκείνων που χωρίς αντιζηλία μοιράστηκαν τον τίτλο του φιλόσοφου. 

Εκείνοι οι πρόδρομοι έκαναν την ίδια τους την σκέψη αντικείμενο του προβληματισμού τους, εξάσκησαν και ανέλυσαν ακατάπαυστα την ικανότητα της επιχειρηματολογίας, διδάχθηκαν και δίδαξαν την αμφισβήτηση, και αναθεώρησαν το κατεστημένο χωρίς να φοβούνται να εκτεθούν στο κενό. Ο Αναξαγόρας, ο Πρωταγόρας, ο Ιππίας, ο Γοργίας, ο Κριτίας ή ο Σωκράτης, δεν ήταν ακριβώς σοφοί- ήταν φίλοι της γνώσης, φιλόσοφοι. Από τον Σωκράτη, έχει μείνει σε εμάς το πορτρέτου του πιο γνήσιου αναζητητή της αρετής, της οποίας την ύπαρξη δήλωσε αλλά ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι την κατέχει- από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μένουν τα πιο μεγαλειώδη και πολυσύχναστα οικοδομήματα της παγκόσμιας σκέψης- αλλά όλοι αυτοί εν συνόλω, σοφιστές, ακαδημαϊκοί, περιπατητικοί, επικούρειοι, στωικοί ή κυνικοί, άφησαν ένα κληροδότημα πιο αληθινό και ανατρεπτικό και από τα συμπεράσματά τους: την στάση τους. 

Ενάντια σε εκείνους που τόσες φορές πίστεψαν ότι κατέχουν την αλήθεια ή είχαν την φιλοδοξία να επιβάλουν το καλό, η Ελληνική φιλοσοφία πρόταξε μια ταπεινόφρονα και άψογη στάση: την αναζήτηση της γνώσης ασκούμενοι για την ελευθερία. Πάνω από την αγορά της Αθήνας υψώνονται τρεις βραχώδεις δενδρόφυτοι λόφοι: Ο Λόφος των μουσών, ο Λόφος των Νυμφών, και ο ονομαζόμενος Λόφος της Πνύκας. Αυτός ο τελευταίος που η γυμνή του κορυφή κοιτάζει αντικριστά την Ακρόπολη, είναι το πιο εμβληματικό λίκνο ενός άλλου μεγάλου κληροδοτήματος των Ελλήνων: Της δημοκρατίας. 

Η σύγχρονη ιστοριογραφία συνήθως αναφέρει ότι η εφορία από τις Αθηναϊκές νίκες κατά των Περσών και η μετέπειτα οικονομική και ηθική άνθηση άνοιξαν τον δρόμο για την εμφάνιση της δημοκρατίας. Τι απλοϊκότητα. 
Όλοι ξέρουμε πως στην ιστορία του κόσμου υπήρξαν πολλές νίκες που προσκόμισαν υλικό πλούτο και αισθήματα σιγουριάς και υπεροχής και που ωστόσο ούτε κατά διάνοια, δεν δημιούργησαν κάτι ανάλογο. Η δημοκρατία αναδύθηκε από την ψυχή των Ελλήνων που από τον Όμηρο είχαν συνειδητοποιήσει πως η ζωή κάθε ανθρώπου «ανδρός ψυχή» είναι μοναδική και πολυτιμότερη από οποιονδήποτε θησαυρό ή φιλοδοξία. Γεννήθηκε από την επιθυμία καθορισμού του ό,τι είναι έμφυτο στον άνθρωπο, από την ασταμάτητη αναζήτηση του ό,τι είναι πανανθρώπινο, και από την πεποίθηση ότι η ιδέα της δικαιοσύνης και η παρόρμηση της θέλησης, κατοικούν εκ φύσεως σε κάθε ανθρώπινο ον.

Εδώ και 2500 χιλιάδες χρόνια, μέσα στο ελάχιστο χρονικό περιθώριο λίγων δεκαετιών, έλαβε σάρκα και οστά στο προσκήνιο αυτής της πλατείας, μια μοναδική δημιουργία: Γι πρώτη φορά εμπνεύστηκε σε ένα λαό το ζωηρό συναίσθημα μιας κοινωνίας πολιτών, ενεργούς, ελεύθερης, υπεύθυνης και δημοκρατικής. Κατά την διάρκεια της εποχής του Περικλή συναντιόνταν σε αυτήν την απλωσιά ο Αισχύλος, Ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Φειδίας, ο Ικτίνος, ο Καλλικράτης, η Ασπασία, ο Αναξαγόρας, ο Πρωταγόρας, ο Γοργίας, ο Ιππίας, ο Αντιφών και ο Σωκράτης. 

Πόσο εύκολα λέγεται! Από όλους εκείνους και από άλλους που ήρθαν αργότερα, κληρονομήσαμε την κοινωνία των πολιτών. Μέχρι τότε στην ιστορία της ανθρωπότητας ο άνθρωπος δεν ήταν πολίτης. Υπήρχαν πολιτισμοί της κορυφής, υης συγκεντρωτικής εξουσίας σε ένα βασιλιά -Θεό ή της μοιρασμένης εξουσίας ανάμεσα σε μία κάστα- όχι όμως πολιτισμοί κοινωνίας πολιτών. Η δημοκρατία δημιουργήθηκε με βάση τον «Δήμο»: ένα λαό με συνείδηση της αξιοπρέπειας του και διατεθειμένο να την ασκήσει. Η εμπειρία των Ελληνικών πόλεων, με τα όποια ελαττώματα θα μπορούσαν να επισημανθούν, προσέδωσε στην κοινωνία της εποχής εκείνης αισθήματα ελευθερίας, δικαιοσύνης, ισότητας, υπευθυνότητας και συμμετοχής στον ορισμό και την υπεράσπιση του κοινού καλού, που ήταν άγνωστα τότε και δυστυχώς και στις εποχές που ακολούθησαν. 

Η Ελληνική δημοκρατία είχε ως υπέρτατα ιδανικά την ελευθερία και την ισότητα, ιδανικά που, από αυτό το βήμα, υπεράσπισαν οι πολίτες μέσω της δύναμης του λόγου. Από την μία ελευθερία λόγου κατ' ιδίαν ή δημοσίως, ελευθερία συμμετοχής στην πολιτική, ελευθερία να ζει κανείς σύμφωνα με τις προσωπικές του επιθυμίες. Από την άλλη ισονομία ή ισότητα απέναντι στον νόμο- ισοπολιτεία ή ισότητα στα πολιτικά δικαιώματα-ισηγορία ή ισότητα στην χρήση του λόγου. Και μαζί με αυτά τα δικαιώματα μία αρετή: Η παρρησία, η αρετή να συμμετέχεις και να χρησιμοποιείς τον λόγο για να υπερασπίζεσαι την αλήθεια.

Η λαμπρότητα αυτών των ιδεών, τώρα που τις αναπολούμε ανόθευτες από το ύψος αυτού του βράχου, μας αποκαλύπτει πόσο εύθραυστη και ασαφής είναι ακόμα και σήμερα η δημοκρατία στον κόσμο. Όχι μόνο η Αθήνα, αλλά και τα νησιά και όλα τούτα τα μέρη της Ελληνικής χερσονήσου καλλιέργησαν με μόχθο τα ιδανικά της δημοκρατίας. Στην μία και στην άλλη πλευρά των νερών του Κορινθιακού κόλπου, εκτείνονται τα εδάφη δύο εκ των σπουδαιότερων συμπολιτειών της Ελλάδας: από αυτή την νότια πλευρά των Αχαιών- στις αντικρινές ακτές των Αιτωλών. Ενώ στον υπόλοιπο κόσμο κυριαρχούσαν οι μοναρχίες και το κύρος του κατεστημένου, οι Ελληνικές συμπολιτείες διέπονταν από συνελεύσεις ελευθέρων πολιτών, δεσμευμένων στον προσδιορισμό του κοινού καλού.

Αυτό το εύθραυστο σύστημα, βασισμένο στην πολιτική αρετή του ατόμου, επιβίωσε κατά την διάρκεια πολλών γενεών, παρά τις όποιες συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των Ελλήνων. Αν τελικά υπέκυψε ήταν εξαιτίας της πλεονεξίας κάποιων προδοτών ή της άφιξης εξωτερικών εισβολέων. Σ' αυτά τα όμορφα νερά στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου, έλαβε χώρα η περίφημη μάχη του Άκτιου, η στρατιωτική πανωλεθρία του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας, που έχρισε τον Οκτάβιο πρώτο Ρωμαίο αυτοκράτορα. 

Φαίνεται απίστευτο αλλά από τον μακρινό Οκτάβιο Αύγουστο, ως την ανεξαρτησία των Η.Π.Α., την Γαλλική επανάσταση και τις μεταγενέστερες αστικές επαναστάσεις, καμία χώρα του κόσμου δεν κυβερνήθηκε από ένα σύστημα με πλήρως δημοκρατικές και συνταγματικές αξιώσεις. Οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες του σήμερα, κληροδοτημένες περισσότερο από την Ρωμαϊκή res publica, παρά την Αθηναϊκή δημοκρατία, δεν είναι παρά ολιγαρχίες που ζητούν νομιμότητα σε μια αμφιλεγόμενη λαϊκή υποστήριξη. Η ελληνική δημοκρατία έπεσε στην λήθη, η ίδια η λέξη δημοκρατία άργησε δύο χιλιάδες χρόνια να μπει στις δυτικές γλώσσες και η ακριβής ιδέα του τι σημαίνει αυτή η μορφή διακυβέρνησης, ανασυγκροτήθηκε από ιστορικούς και φιλολόγους μόλις πριν από δύο αιώνες, με βάση τα κείμενα του Θουκυδίδη, του Ισοκράτη, του Δημοσθένη και του Ηρόδοτου.

Η διεύρυνση του παρελθόντος με τρόπο κριτικό και συλλογιστικό ήταν κι' αυτή στην σύλληψή της, μια ελληνική πρωτοβουλία. Πρωτοπόρος αυτού του εγχειρήματος, υπήρξε ο Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσό. Ένας αεικίνητος ταξιδιώτης, γεννημένος σε μία ελληνική πόλη που βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Περσών. Ο Ηρόδοτος δεν είχε την πρόθεση να χαράξει μια μυθική γενεαλογία, ούτε να συνθέσει μια εποποιία, αλλά να καταλάβει τις αιτίες που είχαν διαμορφώσει την εποχή του και τον λόγο που τον οδήγησε στη εξορία: να συνειδητοποιήσει δηλαδή την πραγματική προέλευση της σύγκρουσης μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων. Γι' αυτό άρχισε να ταξιδεύει στην Μεσόγειο και να ζητά διακαώς απευθείας μαρτυρίες από παρόντες στα γεγονότα μάρτυρες και από τους διαδόχους τους. Διέσχισε ερευνώντας τα νησιά του Αιγαίου, της ακτές της Μαύρης Θάλασσας, την Αίγυπτο, την Βαβυλωνία, την Τύρο, την νότια Ιταλία και σχεδόν όλη την Ελλάδα, ώσπου να ανασυνθέσει ότι είχε συμβεί στον κόσμο κατά την διάρκεια της εποχής των τεσσάρων τελευταίων Περσών βασιλέων: του Κύρου, του Καμβύση, του Δαρείου και του Ξέρξη.

Με την μακρά και ευσυνείδητη εργασία του, ο Ηρόδοτος επινοούσε κάτι νέο: την ιστορία. Μία λέξη που εμφανίζεται για πρώτη φορά στο έργο του σημαίνοντας επακριβώς «έρευνα». Ο διανοητικός μόχθος άσκησε στον Ηρόδοτο την ανεκτικότητα. Αυτός είναι ο περίφημος όρμος του Μαραθώνα, η σκηνή της μεγάλης μάχης μεταξύ Ελλήνων και Περσών που αφηγήθηκε ο ιστορικός. Η ιστορία που μας άφησε κληρονομιά ο Ηρόδοτος είναι δοσμένη χωρίς οξυθυμία και με ενσυναίσθηση. Είναι καρπός μιας οπτικής σεβασμού και ανεκτικότητας προς όλους τους λαούς και προς τις συνήθειές τους, καρπός ενός ανοιχτού πνεύματος.

Από την άλλη, καταδικάζει σταθερά τον πόλεμο όπως και συμπάσχει με τα βάσανα και τις κακοτυχίες και των δύο πλευρών. Σε αυτόν τον καλαμιώνα, πέθαναν παγιδευμένοι πάνω από έξι χιλιάδες Πέρσες-κάτω από τούτο τον τύμβο του Μαραθώνα κείτονται τα λείψανα των εκατόν πενήντα δύο Αθηναίων που έπεσαν σε εκείνη την μάχη. «Στην ειρήνη, οι γιοι θάβουν τους πατεράδες- στον πόλεμο, οι πατεράδες είναι εκείνοι που θάβουν τους γιους τους». Αυτή η φράση του Ηροδότου, που τόσες και τόσες φορές έχει επαναληφθεί, συμπυκνώνει τον αντιμιλιταρισμό και την σύνεση, εργαλεία με τα οποία άρχισε να γράφεται η ιστορία. Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας που έγραψαν ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Ξενοφώντας και ο Πολύβιος δεν είναι οι μεμονωμένοι ήρωες, δεν είναι καν οι Έλληνες. Είναι οι άνθρωποι, όλοι οι άνθρωποι. 

Σε αυτό, οι ιστορικοί ακολούθησαν αυτήν την οικουμενική γραμμή που είχα χαράξει ο Όμηρος και που ποτέ δεν θα εκλείψει από το Ελληνικό πνεύμα. Σε αυτήν την οικουμενικότητα, η ιστορία ταυτίζεται με ένα άλλο ακόμα μεγάλο εύρημα των Ελλήνων: την τραγωδία. Αυτό είναι το θέατρο του Ελευθερίου Διονύσου: η πρώτη σκηνή των μεγάλων τραγωδιών. Η λέξη «θέατρο» σημαίνει «τόπος να βλέπεις». Το θέατρο δεν είναι μια πράξη που νοείται από την σκηνή ή από την αναπαράσταση, αλλά από εδώ ψηλά, από τις κερκίδες από όπου παρακολουθούν οι θεατές.  Από τον 5ο π.χ. αιώνα, η Ελλάδα γέμισε με θέατρα. Οι ιστορίες που παρουσιάζονται σε αυτά, ήταν διασκευές αρχαίων γνωστών μύθων. Η πλοκή μάλλον δεν συνεισέφερε κάτι νέο, το σημαντικό ήταν να βλέπεις του ήρωες μόνους την ώρα της απόφασής τους, να βλέπεις από αυτές τις σιωπηλές κερκίδες πως ο ήρωας αποτιμά τις πράξεις του εσωτερικά, να νοιώθεις μαγεμένος από αυτό το κάλεσμα στην γενναιότητα, υπό την αδυσώπητη δύναμη της μοίρας και την ανυπάκουη και απρόβλεπτη ύλη με την οποία μας έπλασαν οι Θεοί.

Η τραγωδία παρουσιάζει την σύγκρουση αλλά δεν την λύνει-γι' αυτόν τον λόγο αποτέλεσε σχολή νόησης και δημοκρατίας. Και άλλοι λαοί διέθεταν το αφηγηματικό υλικό των μύθων, αλλά δεν κατόρθωσαν να αποσπάσουν από αυτούς ηθική σύγκρουση όπως αυτήν της τραγωδίας. Με άλλα λόγια, κι άλλοι λαοί μπόρεσαν αναμφίβολα να καταλάβουν την αγωνία ενός ανθρώπου, που σκοτώνει την μάνα του για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του, αλλά κανένας από αυτούς δεν έγραψε την Ορέστεια. Οι Έλληνες μας άφησαν την τραγωδία- αλλά και την κωμωδία και την λυρική ποίηση και την επική ποίηση και την ιστορία, το δοκίμιο, το μυθιστόρημα, το διάλογο, το επίγραμμα, το εγκώμιο, το επιθαλάμιο ποίημα, την ερμηνευτική, την προπαιδευτική, την χορογραφία.

Όλα τα λογοτεχνικά είδη μέσα από τα οποία ο πολιτισμός μας έχει εκφρασθεί και εξακολουθεί να εκφράζεται, είναι κληρονομιά από τους Έλληνες. Η μεγάλη αξία εκείνων των ανθρώπων, έγκειται στο ότι σε όλα τα πεδία κωδικοποίησαν ότι φαντάστηκαν και το έκαναν αριστοτεχνικά. Γι' αυτό και όσοι ακολούθησαν έπρεπε να αναφερθούν σε εκείνους, να προσπαθήσουν να προοδεύσουν σε σχέση με εκείνους. Αυτή είναι μια ακλόνητη αλήθεια που χαρακτηρίζει τον παγκόσμιο πολιτισμό. Η λογοτεχνία, η ιστορία, η πολιτική, οι νόμοι και η επιστήμη, αναπτύχθηκαν γραπτώς με τους Έλληνες, αλλά αυτό το σημείο εκκίνησης δεν θα είχε καταστεί ποτέ δυνατό χωρίς το θαυμάσιο εύρημα του πρώτου πλήρους φωνητικού αλφαβήτου, του εργαλείου που κατέστησε δυνατή την μεταφορά της φωνής στην σιωπή της ματιάς, αυτό το εγχείρημα ποτέ δεν θα είχε ενεργοποιηθεί χωρίς αυτά τα μικρά και εύθραυστα ξυλαράκια, χωρίς αυτά «φωνήεντα και έμφρονα δώρα» που ο Κάδμος χάρισε στην Ελλάδα.

Αν τα λατινικά έπαψαν μια μέρα να είναι μια άγραφη γλώσσα, οφείλεται στο ότι πήραν τα γράμματα απο τους Έλληνες που βγήκαν από τούτο το λιμάνι της Εύβοιας- και αν οι δυτικές γλώσσες ξεκίνησαν μια μέρα να γράφονται και να εξελίσσονται, οφείλεται επίσης στο ότι δέχθηκαν την κληρονομιά εκείνου του αλφάβητου. Ένας ανυπολόγιστος αριθμός λέξεων και αφηρημένων εννοιών με τις οποίες σήμερα εκφραζόμαστε, χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στα Ελληνικά: ιδέα, λογική, πρόβλημα, μέθοδος, θεωρία, ανάλυση, σύστημα, σύμβολο, φράση, διάλογος, διαλεκτική, ηθική, πολιτική, μηχανή, ενέργεια, μυστήριο, μέτρο, μουσική, μελωδία, ρυθμός, αρμονία. 

Πώς θα ήταν ο κόσμος εάν δεν είχε υπάρξει ποτέ αυτή η γλώσσα? Αναμφίβολα πολύ πιο βάναυσος και σκοτεινός από ότι είναι σήμερα, όσο δύσκολο και αν είναι να το φαντασθούμε. Η Ελλάδα μας έδωσε την πρώτη ύλη της σκέψης μας. Γιατί, «σκέφτομαι» δεν σημαίνει παρά συσχετίζω έναν κόσμο εικόνων , αισθήσεων και λέξεων- συνδυάζω απεριόριστα μια απέραντη συλλογή μικρών κομματιών που παραδόξως φέρουν την ελληνική σφραγίδα.

Η γλώσσα που εδώ και 3500 χρόνια αντηχεί αδιάκοπα σε τούτα τα τοπία, είναι η μητέρα γλώσσα της αφηρημένης σκέψης, η μητέρα γλώσσα όλων των φωνητικών μας αλφαβήτων, η πρώτη lingua franca, η πιο παλιά από τις ζωντανές σε προφορική και γραπτή παράδοση, η πρώτη σε λογοτεχνική και ιστορική επιρροή, η γλώσσα με την πρώτη γραμματική και τον πρώτο μεταγλωσσικό συλλογισμό. Και αν πρέπει να κρίνουμε από την τεράστια επιρροή που έχει ασκήσει και ασκεί ακόμα πάνω στις υπόλοιπες, η ελληνική γλώσσα, είναι η πιο ζωντανή γλώσσα του κόσμου. 

Πιθανώς, οι Έλληνες να μην ήταν πρώτοι σε όλα, αλλά ήταν οι πρώτοι που μας μίλησαν συστηματικά για όλα. Τα γραπτά τους είναι η πιο παλιά και πλήρης καταχώρηση της ανθρώπινης σκέψης και γνώσης, μια καταχώρηση που ακόμα δεν έχει κατανοηθεί πλήρως και που, εκτός του ότι εμπνέει το παρόν, θα ρίξει κάποια μέρα φως πάνω σε προγενέστερα στάδια του κόσμου, πάνω σε απώτερες γνώσεις των οποίων οι Έλληνες υπήρξαν απλά κομιστές. Η ιατρική, η φυσική, η επιστήμη και η τεχνολογία, άφησαν τις πρώτες ανεξίτηλες μαρτυρίες τους στα γραπτά των Ελλήνων. 

Αυτή είναι η πατρίδα του Πυθαγόρα, του Ιπποκράτη, του Αρχιμήδη, του Ευκλείδη, του Ερατοσθένη και τόσων άλλων που αποδέχθηκαν την πρόκληση του να προσπαθήσουν να καταλάβουν τα γιατί της φύσης. Σήμερα, εξακολουθούμε να ονομάζουμε τα φυτά και τα ζώα, με τα ίδια ονόματα που τα κατηγοριοποίησαν ο Αριστοτέλης, ο Θεόφραστος και ο Διοσκουρίδης. Εδώ και τέσσερις αιώνες, ο Κοπέρνικος και ο Κέπλερ υποσκέλισαν το γεωκεντρικό σύστημα το λεγόμενο «του Πτολεμαίου», που είχε επικρατήσει για χίλια πεντακόσια χρόνια, αντικαθιστώντας το με ένα άλλο, ηλιοκεντρικό, που παραδόξως έμοιαζε με εκείνο που είχε περιγράψει ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, τον 3ο π.χ. αιώνα.

Σε τούτο το βουνό κοντά στην Επίδαυρο, γεννήθηκε ο Ασκληπιός, ο ήρωας θεραπευτής και στα ιερά του Ασκληπιού γεννήθηκε η επιστήμη της ιατρικής συνδεδεμένη με την αναζήτηση της αρμονίας με την φύση και το Θείο. Ο πρώτος που συνέθεσε ένα σύνολο επιστημονικών πραγματειών, αντιμετωπίζοντας την νόσο ως φυσιολογικό φαινόμενο υπήρξε ο Ιπποκράτης, ένα ανήσυχο πνεύμα από αυτό το νησί της Κω, που άνοιξε δρόμο σε μία νέα τέχνη «μακρά για ένα βίο βραχύ».
Από τα ονόματα εκείνων που τον ακολούθησαν, θυμόμαστε κυρίως τον Δημοκήδη ιατρό του Πέρση βασιλιά Δαρείου, τον Διοκλή, μέγα μελετητή της ανατομίας, τον Πραξαγόρα, πρόδρομο στην μελέτη του αγγειακού συστήματος, τον Ηρόφιλο, ερευνητή της φυσιολογίας του εγκεφάλου, του ματιού και των γεννητικών οργάνων, τον Ερασίστρατο, που μελέτησε τις λειτουργίες των νεύρων και του κύκλου του οξυγόνου στ αίμα, τον Διοσκουρίδη, πατέρα της φαρμακοποιίας, τον ίδιο τον Αριστοτέλη και τον ανεπανάληπτο Γαληνό.

Φαίνεται απίστευτο, αλλά για περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια, η ιστορία της ιατρικής δεν ήταν παρά η αδιάκοπη διαδικασία ανάγνωσης, σχολιασμού, μετάφρασης και πειραματισμού των γνώσεων αυτής της χούφτας Ελλήνων, που είδαν τον άνθρωπο ως μια φύση προσιτή στην λογική. Ελληνική υπήρξε η ιατρική της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και ελληνικές οι παγανιστικές γνώσεις που έφθασαν σε αυτή την μακρινή πόλη Χαρράν στο ξακουστό νοσοκομείο της Gundisapur, στον Οίκο της Σοφίας στην Βαγδάτη και στη υποδειγματική "Civitas Hippicratica" του Σαλέρνο. Ο Ibn Batriq, ο Ibn isaaq και ο Ibn Qurra, υπήρξαν Έλληνες στην καταγωγή και το πνεύμα, οι οποίοι μετέφρασαν στην συριανή και στην αραβική γλώσσα, τα έργα του Ιπποκράτη, του Διοσκουρίδη και του Γαληνού, τα έργα του Ευκλείδη, του Αριστοτέλη και του Πτολεμαίου, που έφθασαν αργότερα στην Κόρδοβα και στο Τολέδο. 

Οι βιβλιοθήκες του μεσαίωνα, γεννήθηκαν από την ανάγκη δημιουργίας ενός πολιτισμού ικανού να αντιταχθεί στον παγανισμό, και από την φωτισμένη προσπάθεια κάποιων να διασώσουν την γνώση των αρχαίων. Οι ακαδημίες της Αναγέννησης, γεννήθηκαν από την ανάμνηση και την άμιλλα της αθηναϊκής Ακαδημίας και του αθηναϊκού Λυκείου. Εάν ο θεοκεντρισμός, ο σκοταδισμός και το δόγμα, δεν είχαν υποσκάψει τα θεμέλια του ελληνικού πνεύματος, η επιστήμη θα ήταν σήμερα τουλάχιστον χίλια χρόνια μπροστά και εκατομμύρια ανθρώπων, δεν θα είχαν πεθάνει από τα χέρια του φανατισμού και της άγνοιας. 

Η προσπάθεια κατανόησης της ζωής και της φύσης, πήγαζε στη Ελλάδα από την αγάπη και για τις δυο. Από αρχαιοτάτων χρόνων οι Έλληνες γιόρταζαν σε επαφή με την φύση, την αστείρευτη δύναμη της ζωής. Αυτό το αρχαιότατο στάδιο, ξεχασμένο σήμερα στην κορυφή του όρους Λυκαίου στην Αρκαδία, μας ταξιδεύει σε μία μακρινή εποχή, όταν νέοι και νέες στο άνθος της ηλικίας τους συναγωνίζονταν για ένα συμβολικό βραβείο φυτικής προέλευσης.

Εκείνοι οι πρωτογενείς εορτασμοί, στους οποίους ο εκλεγμένος ενσάρκωνε την αναζωογονητική δύναμη της φύσης, αποτέλεσαν τον σπόρο των γυμναστικών αγώνων και των πανελλήνιων γιορτών, την μακρινή προέλευση του δικού μας σύγχρονου και αμφισβητούμενου αθλήματος. Γι' αυτούς που έτρεχαν σε τούτα τα στάδια ή και για εκείνους που παρακολουθούσαν καθισμένοι στα χόρτα, το σώμα δεν ήταν ακόμα «ειδεχθές ένδυμα της ψυχής», όπως κατέληξε να δηλώσει ο Άγιος Γρηγόριος ο Μέγας, ξεχνώντας ίσως, πως ο Θεός των χριστιανών ενσαρκώθηκε. Οι Έλληνες εξύμνησαν το κάλος, το σώμα , τον έρωτα και τον ερωτισμό και μακριά από τη σεμνοτυφία και τη ταπείνωση, απέκτησαν έναν πολιτισμό πρόσχαρο και αθώο.

Ανάμεσα στα ερείπια του ναού της Ήρας στην Ολυμπία, δίπλα στο αρχαίο στάδιο, το καλυμμένο από τις λάσπες του ποταμού Αλφειού, φανερώθηκε πριν από ένα αιώνα και κάτι, ο Ερμής του Πραξιτέλη, το υπέροχο Ελληνικό άγαλμα του Έλληνα γλύπτη, του οποίου τα έργα, τόσο θαυμασμό είχαν προκαλέσει σε γενιές καλλιτεχνών, μόνο μέσα από άτεχνα ρωμαϊκά αντίγραφα. Δίπλα σε τούτα τα σπίτια του χωριού κλίμα, ένα άροτρο έβγαλε μια μέρα στο φως, την περίφημη Αφροδίτη της Μήλου. Και τα δύο γλυπτά απελευθερωμένα απο την λάσπη, μας μιλούν για το ίδιο μας το σώμα με ένα θαυμασμό και με μία λεπτότητα, που δεν θα γνωρίσουν οι μακριοί αιώνες που ακολούθησαν από την εξαφάνιση αυτών των αγαλμάτων.

Παράλληλα με την γλυπτική, η μεγάλη ελληνική αρχιτεκτονική γεννήθηκε από την επιθυμία να υποταχθεί η ύλη και ο χώρος σε ένα νοερό κατασκεύασμα. Όπως έπραξε και ο μύθος, επιχείρησε και αυτή να ενσωματώσει σε ένα δημιούργημα, τον άνθρωπο, την φύση και το Θείο. Και ανέπτυξε γι' αυτόν τον σκοπό, ένα εργαλείο με τόση ακρίβεια και λεπτότητα, όπως και η μουσική, αλλά πιο αινιγματικό αν μη τι άλλο, επειδή έβρισκε έκφραση στην σιωπή: την γεωμετρία. 

Οι Έλληνες εξύψωσαν την γεωμετρία από το εμπειρικό σχοινί που μετρούσε τα χωράφια, ως την απόλυτη μαθηματική αφαίρεση. Κάθε Δωρικός σφόνδυλος είναι απόδειξη αυτού του επιτεύγματος. Στις αναλογίες του εμπεριέχεται ολόκληρος ο ναός. Ολόκληρος ο ναός μπορεί να ανασυγκροτηθεί με βάση ένα σφόνδυλο χάρις στην γεωμετρία που τον εμπνέει και που αντικατοπτρίζει την ίδια αρμονία, παρούσα επίσης στο ανθρώπινο σώμα, στην δομή των φυτών, σε αυτήν του σύμπαντος.

Ο Ευκλείδης και η σχολή του, διατύπωσαν αυτές τις αρχές συστηματικά, με τόση πειθώ, που το έργο μεταδόθηκε ανέπαφο 19ο μ.χ, αιώνα και ολοκληρώθηκε μόλις τον 20ο αιώνα. Η αρχιτεκτονική, η μηχανική, η φυσική, η αστρονομία, η τοπογραφία, η χαρτογραφία, η ναυτική τέχνη και πολλές άλλες ειδικότητες, αναπτύχθηκαν πάνω στα στοιχεία της Ευκλείδειας γεωμετρίας. Η σύγχρονη υπερβολική γεωμετρία και η σύγχρονη ελλειπτική γεωμετρία, επεκτείνουν σήμερα το πεδίο αυτής της επιστήμης, αλλά δεν παύουν να ορίζονται σε σχέση με την Ευκλείδεια γεωμετρία.

Αυτοί οι πεσμένοι κίονες και ογκόλιθοι, αυτές οι κολώνες που σήμερα κείτονται στην λάσπη ή ξεφυτρώνουν μες την βλάστηση δεν ήταν τότε μνημεία, αλλά χώροι ζωής. Δημόσιοι χώροι που η ομορφιά ήταν μια αξία που αναζητούσε έκφραση μέσα από την αρχιτεκτονική, την γλυπτική και την ζωγραφική. Αυτές οι κολώνες υποβάσταζαν και σχημάτιζαν αρμονικές στοές, πάνω σε αυτά τα βάθρα υψώνονταν κάποτε ωραία αγάλματα. Η αιτία που σε μεταγενέστερους σκοτεινούς καιρούς γκρεμίστηκαν οι ναοί, σβήστηκαν οι ζωγραφιές και έγιναν ασβέστης τα αγάλματα, είναι ότι θύμιζαν το ανθρώπινο μέτρο, ότι καλλιεργούσαν γνώσεις που είχαν ως αντικείμενο τον άνθρωπο στον κόσμο.

Πολλοί Έλληνες που ονομάζονταν περιφρονητικά ειδωλολάτρες, διώχτηκαν ή μαρτύρησαν, απλώς επειδή βρέθηκαν στην κατοχή τους βιβλία ή αγάλματα. Σήμερα όμως, τα λόγια του Περικλή προς τους Αθηναίους, μας φαίνονται ωραία και καθόλου κατακριτέα: «Αγαπάμε την ομορφιά, χωρίς να εγκαταλείψουμε την απλότητα, αγαπάμε την γνώση χωρίς αυτή να μας κάνει μαλθακούς». Έτσι θα μπορούσε να συνοψιστεί η στάση του ελληνικού πνεύματος. Έτσι, ή μέσα απο τα δύο αποφθέγματα που για αιώνες βρίσκονταν χαραγμένα εδώ, πάνω στον ναό του Απόλλων στους Δελφούς, για να υπηρετούν τις παρούσες και τις μελλοντικές γενεές: «τίποτα σε υπερβολή»-«γνώριζε τον εαυτό σου». Με την μετριοπάθεια και την αναζήτησή τους, εκείνα τα γενναία πνεύματα προσπάθησαν να οικοδομήσουν ένα νέο κόσμο, απαλλαγμένο από το δόγμα και αντικείμενο της αμφισβήτησης, της ηθικής, της αισθητικής, ευνομούμενο και ελεύθερο. Και μπορούμε να πούμε ότι δεν το κατόρθωσαν πλήρως, ότι δεν υπήρξαν τέλειοι, αλλά επίσης δικαίως μπορούμε να πούμε ότι ποτέ δεν απέτυχαν, επειδή ποτέ δεν εγκατέλειψαν την αναζήτηση. 

Ασφαλώς τα πάντα στην Ελλάδα, δεν υπήρχαν ανέκαθεν φωτεινά και ανέφελα. Η ιστορία της όπως και όλων των λαών, βρίθει χειρονομιών αλαζονείας, παραλογισμού, ακόμα και βαρβαρότητας. Ωστόσο, από εκείνη την ομίχλη κατάφερε να ορθωθεί ένα πνεύμα ικανό να σαγηνεύσει τους πιο γενναιόψυχους και ευσυνείδητους ανθρώπους όλων των εποχών. Το ανθρωπιστικό πνεύμα: η έγνοια για τον άνθρωπο στον κόσμο, η εμπιστοσύνη στην ικανότητα και στην συνείδησή του για να επιλέγει ελεύθερα το καλό και η προσπάθεια για τη υπεράσπιση της αξιοπρέπειας του κάθε ατόμου απέναντι ακόμα και στα κατώτερα φυσιολογικά ένστικτα του είδους του. Αυτή η ουμανιστική στάση, που ασφαλώς δεν είναι αποκλειστικά ελληνική, που μάλιστα προδόθηκε επανειλημμένα από τους ίδιους τους Έλληνες, αναμφίβολα όμως επινοήθηκε, καλλιεργήθηκε, υποστηρίχθηκε και ανακτήθηκε, ξανά και ξανά κατά τον ρου της ιστορίας, ανατρέχοντας προ παντός στο ελληνικό στοιχείο.

Αυτή η ουμανιστική στάση οφείλει πολλά στην Ελλάδα, αλλά αληθεύει επίσης ότι και η εικόνα της Ελλάδας οφείλει πολλά σε αυτή την ουμανιστική στάση. Η Ελλάδα ως ιδεώδες, είναι μια πνευματική πατρίδα αιώνιας νεότητας, μια δημιουργία εν τω γίγνεσθαι, μια ανοιχτή πρόσκληση. Που διατρέχει την ιστορία σαν διαρκής επανάσταση ή ακόμη περισσότερο, σαν διαρκής σαγήνη προς το καλύτερο. «Αιέν αριστεύειν», βάζει ο Όμηρος να λένε οι ήρωές του: «να προσπαθείς πάντα να κάνεις το άριστο». Όπως είναι επόμενο, τούτη ήταν ανέκαθεν η στάση των ολίγων, μια πράξη αντίστασης σε ένα αντίξοο και βάρβαρο περιβάλλον. Ωστόσο κάθε φορά που έλαμπε στο πέρασμα του χρόνου εν μέσω της αυθαιρεσίας, της υπερβολής και του σκοταδισμού, η ανθρωπότητα έκανε ένα βήμα προς την σύνεση, προς το μέτρο, προς την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, πέρα από συμφέροντα και πιστεύω.

Φυσικά δεν είναι βέβαιο πως αυτή η κοπιαστική ουμανιστική στάση, θα θριαμβεύσει τελικά επί της αυθαιρεσίας και της βαρβαρότητας. Είναι όμως απολύτως βέβαιο, πως η αυθαιρεσία και η βαρβαρότητα θα επικρατήσουν με μεγαλύτερη δυσκολία ανάμεσα σε αυτούς που έχουν υιοθετήσει αυτή την στάση, παρά ανάμεσα σε όσους την αγνοούν ή την περιφρονούν. Αυτά μας έχει αφήσει η Ελλάδα, μαζί με την πρόκληση να μην είμαστε μόνο κληρονόμοι αλλά και συνεχιστές. Να μην μείνουμε στα αχνάρια των Αρχαίων αλλά να συνεχίσουμε να αναζητούμε αυτό που εκείνοι αναζητούσαν.

Κάποιες φορές, περπατώντας ανάμεσα στις ελιές και στα ερείπια αυτής της χώρας, αναρωτήθηκα τι θα έμενε από τον πολιτισμό μας, αν έσβηνε από αυτόν τον ελληνικό στοιχείο, πως θα ήμασταν αν στερούμασταν όχι μόνο αυτό το απέραντο κληροδότημα αλλά και τούτη την γενναία ώθηση, που κινεί ανέκαθεν το ενδιαφέρον προς τον άνθρωπο. Και αντικρίζω τότε ένα απέραντο κενό. Τα ερείπια μας κάνουνε, να συνειδητοποιήσουμε πόσο εύθραυστος είναι ο πολιτισμός, μας υπενθυμίζουν ότι οι κατακτήσεις του είναι εφήμερες, ότι πρέπει να τις υπερασπιζόμαστε κάθε μέρα που ξημερώνει και ότι ο μόνος εφικτός στόχος και άξιος του ονόματός του πολιτισμός, είναι εκείνος που ενώνει τους ανθρώπους ενάντια στην βαρβαρότητα. 

Όλα τα παραπάνω μας προτρέπουν κατά κάποιον τρόπο να συνειδητοποιήσουμε αυτά που θα χάναμε, αν αποκηρύτταμε το ελληνικό στοιχείο που κουβαλάμε μέσα μας. Και για όσους νομίζουν ότι δεν είναι κάτι το σπουδαίο, επιδιώκοντας να μας ελαφρύνουν από αυτό το «νοσταλγικό φορτίο», τους ρωτώ: Αν αποκηρύτταμε το ελληνικό στοιχείο, τι θα κερδίζαμε? Θα μπορούσε αυτή η απώλεια να δικαιολογηθεί και να αντισταθμιστεί, από την προοπτική κάποιου ενδεχόμενου κέρδους? Στο όνομα τίνος, προτείνεις την ταφή του ελληνισμού? Ειλικρινά, πιστεύω πως αυτό που κάνει ένα πολιτισμό μεγάλο, είναι η ικανότητα του να εξελίσσεται και να εμπνέει κάτι το καινούργιο. Και αυτό ακριβώς μας έχει αφήσει η Ελλάδα. 

Η Ελλάδα είχε τον πιο εμπνευστή πολιτισμό, τον περισσότερο και καλύτερα κωδικοποιημένο πολιτισμό. Έδωσε μορφή πολιτισμού σε φυσικές αλήθειες, μας άφησε τον μύθο, διδάσκοντάς μια στάση ταπεινή και ανεκτική απέναντι στο μυστήριο. Μας άφησε την δημοκρατία και τα ιδανικά της ελευθερίας και της ισότητας. Μας άφησε την κοινωνία των πολιτών, την πολιτική, την ηθική, την ιστορία και την λογοτεχνία. Μας άφησε το αλφάβητο και την βασική δομή της σκέψης μας. Μας εκπαίδευσε στην ομορφιά. Μας άφησε την επιστημονική στάση, την ανθρωπιστική στάση, την πνευματική πατρίδα. Σμίλεψε την ψυχή του δίκαιου και ελεύθερου ανθρώπου και μας έδειξε σωστά αυτό τον δρόμο. 

Η Ελλάδα ως κληρονομιά, ως πρόκληση και ως θέληση, ανέκαθεν μας ωθούσε στο να γίνουμε καλύτεροι. Και ξεχνώντας την, αφαιρώντας από τις επερχόμενες γενιές την ευκαιρία να γνωρίσουν το κληροδότημα της και την στάση της, θα ελαχιστοποιήσουμε την πιθανότητα να οικοδομηθεί μελλοντικά ένας κόσμος διαφορετικός, κάτι που να μην είναι απλώς το διεστραμμένο προϊόν της καταπίεσης και του ψεύδους.

Γι' αυτό η Ελλάδα. Για όλα αυτά τα αγαθά, η Ελλάδα. Και γιατί κάθε βήμα που έκανε ο άνθρωπος προς τον πολιτισμό, τον κατέστησε οφειλέτη της Ελλάδας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου