Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Άντρο Διαφθοράς ο Ναός της Δημοκρατίας της Χώρας

Του Επισμηναγού (Ι) ε.α. Γεωρ. Β. Κασσαβέτη

Λέγεται, ότι «η μεγαλύτερη μάχη που έγινε ποτέ, είναι αυτή που κάποιος έλαβε μέρος». Σύμφωνα λοιπόν με αυτή τη λογική και με αυτό το πνεύμα μετείχαν στην κυβέρνηση του Εθνικού Κυβερνήτου Ιωάννου Καποδίστρια οι αγωνισταί της επαναστάσεως του 1821. Ο καθένας πίστευε, ότι χάριν της δικής του συμβολής απελευθερώθηκε η χώρα, οπότε  εδικαιούτο  ανάλογα ανταλλάγματα κατά τη νομή της εξουσίας. Γεύση αυτού του πνεύματος και  αυτής της νοοτροπίας πήραμε μετά τη μεταπολίτευση το 1974, όταν ο κατάλογος των αντιστασιακών έγινε τόσο μακρύς, ώστε να διερωτάται κανείς, πως με τόσους αντιστασιακούς η δικτατορία δεν κατέρρευσε από τον πρώτο μήνα, αλλά κράτησε επτά ολόκληρα χρόνια.
Αυτό λοιπόν ήταν το κλίμα στο οποίο εκλήθη να κυβερνήσει το νεοσύστατο κράτος ο εθνικός κυβερνήτης. Στην προσπάθειά του  να το αλλάξει και να εμφυσήσει το πνεύμα της θυσίας και της προσφοράς, σε όσους επρόκειτο να αναλάβουν τα ηνία του νεόδμητου κράτους, σε ομιλία του στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους είπε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Ελπίζω, ότι όσοι εξ’ υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγως του βαθμού του υψηλού υπουργήματός των, αλλά οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η Κυβέρνησις εις την εξουσία της. Εφ’ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν δια να ζήσω, αρνούμαι να εγγίξω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν».

Όσοι από τους συναδέλφους μου Αξιωματικούς φοίτησαν στα διάφορα Σχολεία Επιτελών στις ΗΠΑ, ή στις Σχολές Πολέμου θα θυμούνται, ότι η πρώτη αρχή την οποία πρέπει να πληροί ένας πραγματικός ηγέτης είναι «το παράδειγμα»(set the example). Και ο Καποδίστριας  έδινε πρώτος το παράδειγμα σε όλα εκείνα που ζητούσε από τους συνεργάτες του. Έτσι κατάφερε να αναστρέψει το πνεύμα των ανταλλαγμάτων της προσφοράς, με το πνεύμα της ανιδιοτελούς θυσίας. Και το πόσο πειστικός ήτο ο Καποδίστριας αποδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι όσοι ανέλαβαν υπουργικά αξιώματα, όχι μόνο κατά την άσκηση της εξουσίας από τον ίδιο, αλλά και πολύ αργότερα, με μικρές εξαιρέσεις, εμφορούντο από το πνεύμα της θυσίας και της προσφοράς και όχι του αθέμιτου πλουτισμού, όπως δυστυχώς γίνεται σήμερα.

Το πνεύμα των πολιτικών του προπερασμένου αιώνα σκιαγραφείται στο ημερολόγιο του πρίγκηπος Νικολάου, το οποίο δημοσιεύθηκε το 1926 και στο οποίο διαβάζουμε τα εξής: «Δέον να λεχθεί, ότι παρά την ελαττωματικότητα την συχνά επιδειχθείσα επί των καθηκόντων αυτών, ουδέποτε σκέψις χρηματικού συμφέροντος εισήλθε εις τους υπολογισμούς των, η δε χρηστότης των, τόσο ως πολιτικών, όσο και ως ιδιωτών υπήρξε πάντοτε υπερτέρα πάσης υπονοίας. Είναι αξιομνημόνευτον το γεγονός, ότι ουδείς εκ των πολιτικών της Ελλάδος κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Όθωνος και του Γεωργίου του Α΄ εγκατέλειψε ποτέ την εξουσίαν πλουσιότερος πως, ή κατά την ημέραν κατά την οποίαν ήρχισε την πολιτικήν του σταδιοδρομίαν. Πολλοί αφ’ ετέρου απέθαναν εντελώς άποροι».

Αυτές λοιπόν ήταν οι παρακαταθήκες του πρώτου Κυβερνήτου της Ελλάδος και μ’ αυτές κυβερνήθηκε το κράτος τουλάχιστον τα πρώτα 140 χρόνια από της δημιουργίας του. Η καθιέρωση της κηδείας των πολιτικών «δημοσία δαπάνη» δεν είχε την έννοια της  ανταπόδοσης των   προσφερθεισών υπηρεσιών των εκλιπόντων  στα κοινά, αλλά την αντιμετώπιση πραγματικής οικτρής οικονομικής καταστάσεώς τους, αφού οι περισσότεροι πέθαιναν τόσο φτωχοί, ώστε δεν άφηναν ούτε τα έξοδα της κηδείας τους. Το ότι σήμερα επιβραβεύονται με την ύστατη αυτή  κρατική τιμή, ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση, τόσο εκείνοι που αποδεδειγμένα ζημίωσαν τη χώρα, όσο και αυτοί που την κατέκλεψαν, είναι κάτι που πρέπει να δουν, όσοι απ’ τους νέους πολιτικούς προτίθενται να αφήσουν  θετικό αποτύπωμα  στην πολιτική ιστορία της χώρας. 

Όμως, ο tempora o mores (ω καιροί ω ήθη), όπως αναφωνούσε  ο Κικέρων, χαρακτηρίζοντας τη διαφθορά του Ρωμαϊκού Κράτους της εποχής του. Στη σημερινή  Ελλάδα το ήθος και η εντιμότητα, που κάποτε ήταν συνώνυμα της πολιτικής, αποτελούν αρετές υπό εξαφάνιση. Το σημερινό  πολιτικό σύστημα είναι τόσο διεφθαρμένο, ώστε οι μεν βουλευταί να εκφεύγουν της δικαιοδοσίας της Δικαιοσύνης, αφού σπανίως δίδεται η συγκατάθεση της Βουλής για την παραπομπή τους στη δικαιοσύνη, τα δε αδικήματα των υπουργών να παραγράφονται με συνταγματική διάταξη, με το τέλος της επόμενης βουλευτικής περιόδου. Η κατάσταση καθιστά τη Χώρα, ως μια από τις πιο διεφθαρμένες χώρες του κόσμου. 

Το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι, λέει ο λαός. Πως λοιπόν να μην διαφθαρεί ο εφοριακός υπάλληλος, ο τελωνιακός, ο γιατρός, ο υπάλληλος της πολεοδομίας, όταν πρώτος ο ναός της Δημοκρατίας, η Βουλή των Ελλήνων, δίδει τον βηματισμό της διαφθοράς; Μπαίνοντας στην ιστοσελίδα της Βουλής διαβάζομε τον πομπώδη ορισμό. «Η Βουλή είναι ο κορυφαίος δημοκρατικός θεσμός, μέσω του οποίου αντιπροσωπεύεται ο λαός δια των Βουλευτών». Κορυφαίος λοιπόν, πράγματι, δημοκρατικός θεσμός η Βουλή. Αλλά όταν ο κορυφαίος αυτός θεσμός έχει καταστεί άντρο διαφθοράς, δεν θα τρίζουν τα κόκκαλα του Περικλή για το είδος της Δημοκρατίας που εφαρμόζουν οι απόγονοί του; Είναι θεμιτό και δίκαιο «ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν», όπως έλεγε ο Καποδίστριας και όπως ακριβώς συμβαίνει στις μέρες μας, οι λειτουργοί της Βουλής να κάνουν πάρτι με τα πανάκριβα δανεικά χρήματα των τοκογλύφων δανειστών μας;

Ειλικρινά, μένει κανείς άναυδος, όταν διεισδύσει στα άδυτα της Βουλής και διαπιστώσει τα σκανδαλώδη προνόμια, όχι μόνο των ίδιων των εθνοπατέρων, αλλά και των προστατευομένων τους υπαλλήλων της Βουλής. Θαυμάστε λοιπόν πως τα «ανήθικα» γίνονται «νόμιμα» και κατ’ ακολουθία μετατρέπονται σε «ηθικά» στο Ναό της Δημοκρατίας.

α. Οι άνω των 65 ετών βουλευταί, κατά παράβασιν κάθε ηθικής και δεοντολογικής αρχής, λαμβάνουν και τη σύνταξη του βουλευτού – εφ’ όσον έχουν θεμελιώσει σχετικό δικαίωμα, ήτοι τέσσερα (4) χρόνια βουλευτικής θητείας – και τη βουλευτική αποζημίωση. Φυσικά όσοι είχαν εργαστεί και σε κάποιο άλλο τομέα, ή είχαν χρηματίσει δήμαρχοι, νομάρχαι κ.λπ. παίρνουν, χωρίς κώλυμα, και 3η και 4η σύνταξη. Ερωτηθείς μάλιστα κάποιος παλαιότερος Πρόεδρος της Βουλής πόσοι είναι αυτοί οι Βουλευταί απήντησε με Μακιαβελική άνεση: «Ούτε γνωρίζω, κι ούτε θέλω να μάθω». 

β. Το μέσο μηνιαίο κόστος ανά βουλευτή, υπολογιζομένων, της βουλευτικής αποζημιώσεως, της συμμετοχής σε επιτροπές, του κόστους των μετακλητών υπαλλήλων, των γραφείων, των ατελειών κ.τ.λ. ανέρχεται στο ποσό των 23.000 ευρώ. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το ευεργέτημα του Ζ΄ Ψηφίσματος, σύμφωνα με το οποίο μόνο το 25% περίπου φορολογείται, τότε το ποσό αυτό αυξάνεται περαιτέρω. 

γ. Αξίζει  να σημειωθεί ο πράγματι ευρηματικός τρόπος αυξήσεως των βουλευτικών αποζημιώσεων. Για να μη γίνονται πρόξενοι δυσμενών σχολίων και χαλάει (η ήδη τσαλακωμένη) η εικόνα τους στο λαό, έχουν συνδέσει το ύψος των αποζημιώσεών τους με τους μισθούς των δικαστικών. Έτσι όταν οι τελευταίοι επιδικάζουν, μέσω του μισθοδικείου (τους), τις κατά τις ανάγκες τους αυξήσεις, αυτές περνάνε στα μουλωχτά και στους εθνοπατέρες, αλλά και στους συνταξιούχους βουλευτές και συνεπώς ούτε γάτα ούτε ζημιά. 
Κραυγαλέα περίπτωση μιας τέτοιας σκανδαλώδους αυξήσεως ήταν εκείνη που δόθηκε στους δικαστικούς τον Οκτώβριο του 2008, όταν τα καμπανάκια της καταρρεύσεως της ελληνικής οικονομίας ηχούσαν σε υψηλά ντεσιμπέλ. Με μια προκλητική απόφαση του μισθοδικείου δόθηκε αύξηση και μάλιστα με αναδρομική ισχύ από το 2006, στους μισθούς των δικαστικών ύψους 80,5% !!! 
Το αποτέλεσμα ήταν ο μισθός του Προέδρου του Αρείου Πάγου και των ομολόγων του, του ΣτΕ και του Ελεγκτικού Συνεδρίου να εκτιναχθεί στις 10.300 ευρώ μηνιαίως και να οφείλονται αναδρομικά –για την εξόφληση των οποίων μάλιστα τότε οι δικαστικοί λειτουργοί προέβησαν και σε στάσεις εργασίας !! – από 115.000 ευρώ περίπου στους πρωτοδίκες μέχρι 187.000 στους Προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων. Βέβαια προ της γενικής κατακραυγής οι εν ενεργεία βουλευταί δήλωσαν, ότι δεν θα διεκδικήσουν τις εν λόγω αυξήσεις, ενώ οι συνταξιούχοι τις διεκδίκησαν και τις έλαβαν ήδη. Μετά τις αυξήσεις αυτές οι Αρχηγοί των Γενικών Επιτελείων των Ενόπλων Δυνάμεων εξισώθηκαν μισθολογικά με τους πρωτοδιοριζόμενους πρωτοδίκες. Αυτό θα πει δικαιοσύνη κατά την σύγχρονη ελληνική πολιτεία.

δ. Πέραν όμως των καθαρώς οικονομικών απολαβών οι βουλευταί δικαιούνται κινητό τηλέφωνο με ατέλεια 200 ευρώ μηνιαίως, οκτώ (8) σταθερές γραμμές τηλεφώνου με ατέλεια 12.000 ευρώ, δωρεάν γραφική ύλη, ταχυδρομική ατέλεια και δωρεάν μετακίνηση με όλα τα μεταφορικά μέσα της χώρας, ήτοι ΟΣΕ, Τραμ, Μετρό, Αστικά λεωφορεία και Ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες. 
Ειδικότερα οι εξ’επαρχίας βουλευταί διαμένουν με έξοδα της Βουλής σε πολυτελή ξενοδοχεία των Αθηνών, όπως το Ιντερκοντινένταλ, το Αθενς Πλάζα, το Κάραβελ κ.α. και δικαιούνται δωρεάν 52  αεροπορικά εισιτήρια για τον  και από τον τόπο της εκλογής τους, εφόσον αυτός απέχει περισσότερο από 200 χιλιόμετρα από την Αθήνα. Πέραν όμως αυτών οι βουλευταί έχουν στην υπηρεσία τους τέσσερεις(4)  δημοσίους ή μετακλητούς υπαλλήλους και ένα επιστημονικό συνεργάτη, ο οποίος μισθοδοτείται από τη Βουλή. Αν λοιπόν στους 1600 περίπου υπαλλήλους της Βουλής προσθέσουμε και τους 1500, οι οποίοι είναι στην υπηρεσία των βουλευτών, φθάνουμε σε ένα στρατό πλέον των 3000 υπαλλήλων, που ανεβάζει το κόστος του «κορυφαίου θεσμού» σε δυσθεώρητα ύψη. 

ε. Ένα επίσης κραυγαλέο προνόμιο των βουλευτών είναι ο διορισμός στο δημόσιο. Και θεωρούμε το προνόμιο αυτό κραυγαλέο, διότι καταργεί την ισονομία και την αξιοκρατία, ήτοι τις αξίες επί των οποίων πρέπει να βασίζεται η λειτουργία ενός ευνομούμενου κράτους. Ο νόμος Πεπονή, όπως είναι ευρύτερα γνωστός ο νόμος 2190 /1994, ο οποίος δημιούργησε το ΑΣΕΠ, με στόχο την αξιοκρατική πρόσληψη στο δημόσιο, είναι αλήθεια ότι τους είχε δέσει τα χέρια για αρκετά χρόνια. Όμως, προϊόντος του χρόνου, κατάφεραν να ανοίξουν τόσα παραθυράκια, ώστε σήμερα να μπορούν να τακτοποιούν τις ρουσφετολογικές ανάγκες τους χωρίς σοβαρά κωλύματα.. 
Βέβαια εκεί που μπορούν να διορίζουν ανεμπόδιστα τους συγγενείς τους και τους στενούς συνεργάτες τους είναι η Βουλή των Ελλήνων. Για το διορισμό στη Βουλή δεν χρειάζονται οι τυπολατρίες του ΑΣΕΠ και οι παρωχημένες αρχές της ισονομίας και της αξιοκρατίας. Διότι εκεί διορίζονται μόνο οι εκλεκτοί των εθνοπατέρων, όλου του ιδεολογικού και κομματικού φάσματος. 
Για τους λίγους αυτούς πατρικίους του ελληνικού δημοσίου δεν ισχύει τίποτε απ’ όσα διέπουν όλους τους  υπολοίπους. Όταν το 2012 καρατομήθηκε ο 13ος και ο 14ος μισθός σε όλους τους άλλους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους του δημοσίου, αυτοί απετέλεσαν την εξαίρεση. Απλώς για να μας ρίξουν στάχτη στα μάτια, ενσωμάτωσαν τον 13ο, 14ο, 15ο, και 16ο μισθό τους στους υπόλοιπους 12. Αλλά και πέραν αυτού, οι golden boys του ελληνικού δημοσίου δεν πηγαίνουν κάθε μέρα στη δουλειά τους, γιατί αν συναντηθούν όλοι μαζί δεν βρίσκουν χώρο να παρκάρουν και καρέκλα να καθίσουν και παίρνουν σύνταξη στα 29 χρόνια υπηρεσίας, ανεξαρτήτως ηλικίας, όταν οι υπόλοιποι Έλληνες πρέπει να δουλέψουν 40 ολόκληρα χρόνια και να γίνουν τουλάχιστον 65 ετών. 
Θα πρέπει ακόμη να προσθέσουμε, ότι το «Ταμείο Αρωγής» τους, όπως παραπλανητικά αποκαλείται για να μη προκαλεί, εισπράττει σκανδαλωδώς τα ενοίκια των κυλικείων και του εστιατορίου της Βουλής, των ανθοπωλείων της οδού Βασιλίσσης Σοφίας και των δύο ΑΤΜ της Εθνικής Τραπέζης, που εξυπηρετούν τις ανάγκες βουλευτών και υπαλλήλων εντός της βουλής, λες και είναι ιδιοκτησία τους. Και ποια είναι αυτή η αρωγή, (βοήθεια) που τους παρέχει αυτό το εννοιολογικά υποβαθμισμένο Ταμείο; Δύο μισθούς ανά έτος υπηρεσίας, κατά την συνταξιοδότησή τους. Δηλαδή ένα εφ’άπαξ «φτώχειας» της τάξεως των 150 -  200 χιλιάδων ευρώ, πέραν εκείνου που λαμβάνουν από τον ασφαλιστικό φορέα των λοιπών δημοσίων υπαλλήλων (50.000- 60.000) ευρώ. Έτσι εξηγείται  γιατί οι υπάλληλοι της Βουλής από 800 το 2000 έχουν υπερβεί τους διπλάσιους σήμερα. 
Και επειδή η Βουλή δεν πρέπει να εξαντλεί τη φιλανθρωπία της μόνο στους Βουλευτάς και τους υπαλλήλους της, προσφέρει ό,τι μπορεί και σε όσους άλλους προσφέρουν υπηρεσίες εκεί. Έτσι οι μεν 74 ειδικοί φρουροί μισθοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της, οι φρουρούντες το κτίριο της Βουλής Αστυνομικοί λαμβάνουν ένα ξεχωριστό ειδικό επίδομα, σαν επιβράβευση «της σκληρής δουλειάς τους», και τέλος οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι ασχολούνται με το ρεπορτάζ της Βουλής παρκάρουν στο χώρο parking της Βουλής, στέλνουν τα παιδιά τους στον παιδικό σταθμό της Βουλής, γυμνάζονται στο πλήρως εξοπλισμένο γυμναστήριο της οδού Μητροπόλεως 1 (μέχρι Χαμάμ διαθέτει), μαζί με τους Βουλευτάς και τους προνομιούχους υπαλλήλους της Βουλής και σε κάθε εκλογική αναμέτρηση η Βουλή τους χαρίζει και ένα φορητό υπολογιστή (LAPTOP).
Τέλος το όργιο της διασπάθισης του δημοσίου χρήματος συμπληρώνεται με τη διατήρηση του τηλεοπτικού καναλιού της Βουλής, το οποίο μετά βίας έχει ακροαματικότητα 0,3%  και στοιχίζει περί τα έξι (6) εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Μα, θα μας πει κάποιος, εδώ επαναλειτούργησαν την ΕΡΤ, η οποία λεηλατεί, μέσω της ΔΕΗ, το πενιχρό βαλάντιο του πενόμενου Έλληνα φορολογουμένου και η οποία επίσης έχει  ασήμαντο ποσοστό ακροαματικότητος,  θα κλείσουν το κανάλι της Βουλής που προβάλλει  «το έργο τους», για έξι (6) εκατομμύρια ευρώ ετησίως;

στ. Αφήσαμε τελευταίο το πλέον αναχρονιστικό, αλλά και πλέον εξοργιστικό προνόμιο της βουλευτικής ασυλίας, συνεπεία του οποίου οι βουλευταί μπορούν να εγκληματούν ασύδοτα, χωρίς να λογοδοτούν στη δικαιοσύνη. Το πόσο αναχρονιστικό, αλλά και πόσο ασυμβίβαστο με τα ευρωπαϊκά, αλλά και παγκόσμια πράγματα είναι αυτό, αποδεικνύεται και από το ακόλουθο χαρακτηριστικό γεγονός.
Γυναίκα Βουλευτής ενεπλάκη σε δικαστική διαμάχη με τον τέως σύζυγό της για την επικοινωνία του με το παιδί τους. Το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση, την οποία η κυρία βουλευτής έγραψε στα παλιότερα των υποδημάτων της. Ο σύζυγος κατέφυγε στο δικαστήριο για την εφαρμογή της αποφάσεως και εκείνο ζήτησε την άδεια της Βουλής για να δικάσει την παρανομούσα. Προφανώς η άδεια δεν εδόθη. Φυσικά ο σύζυγος κατέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και η χώρα τιμωρήθηκε με βαρύτατο πρόστιμο για την πλήρη κατάργηση των κανόνων του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Αυτή λοιπόν είναι η κατάσταση στο ναό της Ελληνικής Δημοκρατίας, στον κορυφαίο δημοκρατικό θεσμό, όπως αυτάρεσκα τον αποκαλούν οι κ.κ. βουλευταί μας. Δυστυχώς ανάλγητοι, πωρωμένοι και αδίστακτοι θεράποντες  ενός υψίστου λειτουργήματος προσφοράς και θυσίας, έχουν αναγάγει το αξίωμα του βουλευτού σε επιχείρηση αθέμιτου πλουτισμού, αδίστακτου νεποτισμού και αλόγιστης διασπάθισης του δημοσίου χρήματος.
Και το ερώτημα όλων ημών των αφελών, οι οποίοι συνωστίζονται στην ουρά για να ασκήσουν το δημοκρατικό τους δικαίωμα της ψήφου είναι το εξής. Με ποια κριτήρια επιλέγουμε κάθε φορά, εκείνους στους οποίους θα αναθέσουμε τα ηνία του τόπου; Όταν όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών θεωρεί τους πολιτικούς ανέντιμους, - και μόνο το 1,4% έχει αντίθετη γνώμη- πως είμαστε βέβαιοι, ότι αυτούς που εμείς επιλέγουμε αποτελούν την εξαίρεση; Και το ότι η ακολουθούμενη πρακτική είναι λανθασμένη, αποδεικνύει απερίφραστα η σημερινή κατάσταση της χώρας.

Αν όλα αυτά, τα ασύμβατα για τον πολιτισμένο κόσμο, συνέβαιναν στην Ευρώπη ή στην Αμερική θα είχαν ξεσηκωθεί και οι πέτρες. Δυστυχώς στην Ελλάδα του 21ου αιώνα ουδείς δυσανασχετεί, γιατί σε ένα διεφθαρμένο σύστημα βολεύονται οι περισσότεροι. Αυτός είναι ο λόγος που και οι πιο καλοπροαίρετοι πρωθυπουργοί, ενώ ήθελαν να αλλάξουν το σύστημα, έκαναν πίσω όταν διεπίστωσαν, ότι κάθε αλλαγή θα τους έστελνε από εκεί που ήλθαν.
Κλείνοντας εκφράζουμε την πλήρη απαισιοδοξία μας, για την αλλαγή του καταστροφικού αυτού κλίματος που επικρατεί στη χώρα και το οποίο πολύ φοβόμαστε ότι το κουβαλάμε  στο DNA μας. Θυμίζουμε, ότι σε παρόμοια συζήτηση, για τα συμβαίνοντα στην εποχή του, ο Ισοκράτης είχε πει, ότι «το της πόλεως όλης ήθος ομοιούται τοις άρχουσιν» (οι άρχοντες αποτελούν εικόνα του λαού τους). 
Πιο συγκεκριμένος ο Αριστοφάνης, όταν ρωτήθηκε γιατί εκλέγει τον «λαοπλάνο, πανούργο, τυραννικό, φθονερό, άρπαγα των χρημάτων, διαβολέα και αδιάφορον προς πάσαν αρετήν», Κλέωνα, απήντησε με την ανεπανάληπτη φράση: «Ποθείμεν εχθέρειν δε, βούλεται δ’ έχειν» (Τον ποθούν, τον μισούν, αλλά θέλουν να τον έχουν). 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου