Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Σαν σήμερα το 1891 πεθαίνει ο "εθνικός μας ιστορικός"

Σαν σήμερα το 1891 έφυγε από τη ζωή ο Κ. Παπαρρηγόπουλος , έχοντας κερδίσει περίοπτη θέση στο πάνθεο των Ελλήνων λογίων του 19ου αιώνα.
Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ιστοριογράφος και καθηγητής της ιστορίας του ελληνικού έθνους στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1815. Ο πατέρας του Δημήτριος, με καταγωγή από τη Βυτίνα της Πελοποννήσου, είχε εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη μετά τα Ορλωφικά και ασχολούνταν πολύ επιτυχώς με εμπορικές και τραπεζικές δραστηριότητες. 
Αυτές οι δραστηριότητες διακόπηκαν βίαια το 1821, όταν ο ίδιος ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, ένας από τους γιους του και άλλα μέλη της οικογένειάς του εκτελέστηκαν από τους Οθωμανούς, στο πλαίσιο των αντιποίνων για το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης. 
Η οικογενειακή τραγωδία ανάγκασε τη μητέρα του ιστοριογράφου, την Ταρσία (το γένος Νικοκλή), να καταφύγει με τα παιδιά της στην Οδησσό, πόλη της Ρωσίας με ευημερούσα ελληνική παροικία. 
Εκεί ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και ο αδελφός του Πέτρος, μετέπειτα καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, φοίτησαν στο περίφημο γαλλικό λύκειο Richelieu.

Το 1830 ο Παπαρρηγόπουλος μετοίκησε στην Ελλάδα. Δεν έκανε εγκύκλιες σπουδές, αλλά υπήρξε μαθητής του Γεωργίου Γενναδίου, όπως άλλωστε και ο αδελφός του Πέτρος. Το 1834 διορίστηκε γραφέας στη Γραμματεία (δηλαδή το Υπουργείο) της Δικαιοσύνης και την ίδια χρόνια επιφορτίστηκε με τη σύνταξη στη γαλλική γλώσσα των πρακτικών της δίκης του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη από τη βαβαρική αντιβασιλεία. Εκεί υπηρέτησε επί έντεκα χρόνια, φτάνοντας μέχρι το βαθμό του παρέδρου.

Το 1841 παντρεύτηκε τη Μαριώρα Αφθονίδη, κόρη του εμποροκτηματία Γεωργίου Αφθονίδη, που είχε διατελέσει ισχυρός αξιωματούχος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Από αυτό το γάμο γεννήθηκαν τρία παιδιά: ο Δημήτριος, γνωστός μετέπειτα ποιητής, η Αγλαΐα και η Ελένη.

Ο Παπαρρηγόπουλος απολύθηκε από την υπηρεσία του το 1845, με το περίφημο ψήφισμα περί «ετεροχθόνων». Το ίδιο συνέβη και με δύο αδελφούς του, που επίσης κατείχαν θέσεις στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Οι αδελφοί Παπαρρηγόπουλοι διαμαρτυρήθηκαν για την απόλυσή τους με επιστολή που δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες Χρόνος και Ελπίς. Η επιστολή, η οποία ήταν έντονα φορτισμένη συναισθηματικά, με αναφορές στην εκτέλεση του πατέρα και του αδελφού τους, κατέληγε ως εξής: «Ας κρίνη ήδη το κοινόν, αν υπάρχη νόμος ανθρώπινος ή οιαδήποτε ερμηνεία ικανή ν’ αφαιρέση από του μετώπου των τέκνων τοιούτου ανθρώπου την ανεξίτηλον σφραγίδα του πολίτου Έλληνος».

Το ιστορικό έργο του Παπαρρηγόπουλου
Ο Παπαρρηγόπουλος δημοσίευσε το πρώτο ιστοριογραφικό έργο του το 1843, με τίτλο Περί της εποικίσεως σλαβικών τινών φυλών εις την Πελοπόννησον. Επρόκειτο για μια προσπάθεια ανασκευής των επιχειρημάτων του Γερμανού ιστοριογράφου Jakob Philip Fallmerayer περί εκσλαβισμού των Ελλήνων στη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων.2 Την επόμενη χρονιά δημοσιεύτηκε το δεύτερο έργο του Παπαρρηγόπουλου, το οποίο έφερε τον τίτλο Το τελευταίον έτος της ελληνικής ελευθερίας, όπου ο ιστοριογράφος υποστήριζε ότι η άλωση της Κορίνθου από τους Ρωμαίους είχε γίνει το 145 και όχι το 146 π.Χ.

Η απόλυσή του από το Υπουργείο Δικαιοσύνης τον έκανε να αφιερωθεί στις επιστημονικές του ενασχολήσεις, και σειρά είχαν πλέον οι μεγάλες ιστοριογραφικές συνθέσεις. Αρχικά στράφηκε προς τη συγγραφή εκπαιδευτικών εγχειριδίων, και δη παγκόσμιων ιστοριών. Το 1845 εξέδωσε μια μετάφραση-διασκευή του γνωστού εγχειριδίου του Γάλλου παιδαγωγού David Lévi Alvarès Nouveaux éléments d’histoire générale, υπό τον τίτλο Στοιχεία της Γενικής Ιστορίας κατά το σύστημα του Γάλλου Λευί. Το βιβλίο προοριζόταν για τη διδασκαλία της ιστορίας στη Μέση Εκπαίδευση και η συγγραφή του εντασσόταν στην προσπάθειά του να διοριστεί καθηγητής στο Γυμνάσιο των Αθηνών. Το Υπουργείο Παιδείας ενέκρινε τη χρήση του βιβλίου ως διδακτικού βοηθήματος, γεγονός που επέσυρε τη μήνιν του Γρηγορίου Παπαδόπουλου, ο οποίος κατείχε τη θέση του καθηγητή της Ιστορίας στο Γυμνάσιο των Αθηνών. Ακολούθησε μια ανταλλαγή αλληλοεπικριτικών κειμένων μεταξύ των δύο λογίων. Από τη διαμάχη, η οποία πήρε πολιτικές διαστάσεις και στην οποία ενεπλάκησαν και ορισμένες αθηναϊκές εφημερίδες, κερδισμένος βγήκε ο Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος διορίστηκε το 1846 καθηγητής της Ιστορίας στο Γυμνάσιο των Αθηνών.

Με την έναρξη του σχολικού έτους 1846-1847, ανήγγειλε ότι θα δίδασκε εκτάκτως στο Γυμνάσιο των Αθηνών σειρά μαθημάτων υπό τον τύπο διαλέξεων πάνω στην ιστορία της Ελλάδας, από την υποταγή της στους Ρωμαίους μέχρι την Επανάσταση του 1821. Δημοσίευσε μάλιστα τρία από τα εισαγωγικά μαθήματά του στη γαλλική γλώσσα, στο περιοδικό Le moniteur grec, που εκδιδόταν στην Αθήνα. Τα δύο πρώτα από αυτά τα κείμενα μεταφράστηκαν αργότερα στα ελληνικά για λογαριασμό του περιοδικού Πανδώρα. Αποτελούν μάλιστα έναν από τους θεμέλιους λίθους της ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας, ένεκα του χαρακτήρα τους, που ήταν ταυτόχρονα απολογιστικός και προγραμματικός. Απολογιστικός, διότι αποτύπωναν το τι είχε γίνει μέχρι τότε, από Έλληνες και ξένους λογίους, προς την κατεύθυνση της συγγραφής μιας συνολικής και πλήρους ιστορίας του ελληνικού έθνους, και προγραμματικός, διότι, όπου ο Παπαρρηγόπουλος επισήμαινε συναφή προβλήματα, πρότεινε την αναζήτηση λύσεων προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις.

Ο Παπαρρηγόπουλος δίδαξε στο Γυμνάσιο των Αθηνών τέσσερα περίπου χρόνια. Το 1849 εξέδωσε τον πρώτο τόμο του Εγχειριδίου της γενικής ιστορίας, που ήταν αφιερωμένος στην αρχαία ιστορία. Με το βιβλίο αυτό είχε την πρόθεση να αντικαταστήσει τα Στοιχεία της Γενικής Ιστορίας, που είχαν ξεσηκώσει τόσες αντιδράσεις. Αυτή τη φορά ο Έλληνας ιστοριογράφος είχε βασιστεί σε έργα Γερμανών συναδέλφων του, και κυρίως του Friedrich Christoph Schlosser, ο οποίος έμελλε να του ασκήσει έντονη επιρροή καθ’ όλη τη διάρκεια της επιστημονικής καριέρας του. Τελικά, δημοσίευσε το 1853 άλλον έναν τόμο του Εγχειριδίου της γενικής ιστορίας, αφιερωμένο στη μεσαιωνική ιστορία. Αντίθετα, ο τρίτος τόμος, που θα αφορούσε τη νεότερη ιστορία, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, διότι η προσοχή του ιστοριογράφου είχε πλέον εστιαστεί στη συγγραφή μιας ιστορίας του ελληνικού έθνους από την Αρχαιότητα μέχρι τα Νεότερα χρόνια.

Οι προσπάθειες του Παπαρρηγόπουλου τελεσφόρησαν και το 1853 εκδόθηκε η Ιστορία του ελληνικού έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της σήμερον, προς διδασκαλίαν των παίδων, ένα διδακτικό εγχειρίδιο που επίσης προοριζόταν για το γυμνάσιο. Εντωμεταξύ όμως είχαν αποδώσει και οι προσπάθειές του να καταλάβει θέση στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Σε αυτό συντέλεσε τα μέγιστα η συνδρομή του οικογενειακού του φίλου και προστάτη Κωνσταντίνου Σχινά, άλλοτε καθηγητή της Ιστορίας στο ίδιο πανεπιστήμιο και τότε πρέσβη της Ελλάδας στο Μόναχο, ο οποίος μεσολάβησε για την απονομή στον Παπαρρηγόπουλο (1850) διδακτορικού τίτλου in absentia από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου, λόγω του σημαντικού ιστοριογραφικού έργου του. Τελικά, διορίστηκε το 1851 έκτακτος καθηγητής της Ιστορίας των αρχαίων εθνών, στην έδρα δηλαδή που είχε χηρέψει μετά την αποχώρηση του Σχινά.

Ο Παπαρρηγόπουλος προήχθη σε τακτικό καθηγητή το 1857, ενώ αργότερα χρημάτισε και πρύτανης του πανεπιστημίου. Με την εξαίρεση του θερινού εξαμήνου του ακαδημαϊκού έτους 1851-1852 και παρά τις όποιες μικρές διαφοροποιήσεις στους τίτλους των μαθημάτων του, ο ιστοριογράφος δίδαξε στο πανεπιστήμιο ένα και μόνο μάθημα, αυτό με το οποίο ταυτίστηκε τόσο επιστημονικά όσο και συγγραφικά, την Ιστορία του ελληνικού έθνους: αρχαία, μεσαιωνική και νεότερη.

Η Ιστορία του ελληνικού έθνους
Στα χρόνια που ακολούθησαν κυριάρχησε η συγγραφή του πεντάτομου μνημειώδους έργου του ιστοριογράφου με τίτλο Ιστορία του ελληνικού έθνους, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των νεωτέρων, χάριν των πολλών εξεργασθείσα (Αθήνα 1860-1874), το οποίο αποτελεί το κορυφαίο κείμενο του ελληνικού ιστορισμού. Η δημοσίευση της Ιστορίας του Παπαρρηγόπουλου συνάντησε πολλές αντιδράσεις, που είχαν κυρίως να κάνουν με το γεγονός ότι το έργο, όπως άλλωστε δήλωνε και ο υπότιτλός του, είχε εκλαϊκευτικό χαρακτήρα. Αντιδράσεις υπήρξαν όμως και για τις ίδιες τις απόψεις του ιστοριογράφου. Από τη μία μεριά, επιφανείς συνεχιστές της κοραϊκής παράδοσης, όπως ο Στέφανος Κουμανούδης, τού άσκησαν κριτική για τον τρόπο με τον οποίο πραγματευόταν την Αρχαία Μακεδονική και τη Βυζαντινή περίοδο, εντάσσοντάς τες πλήρως στο γενικό σώμα της ιστορίας του ελληνικού έθνους και επιμένοντας στην «ελληνικότητά» τους. Από την άλλη, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ωθούμενοι από τοπικιστικά ή προσωπικά κίνητρα, επιδιώκοντας δηλαδή να υπογραμμίσουν τη συνεισφορά τη δική τους ή των συντοπιτών τους στην Επανάσταση του 1821 ή και να πλέξουν το εγκώμιο συγκεκριμένων ιστορικών προσωπικοτήτων, καταλόγισαν στον Παπαρρηγόπουλο άγνοια και μεροληψία σε ό,τι είχε να κάνει με την παρουσίαση των γεγονότων που είχαν οδηγήσει στη δημιουργία του ελληνικού κράτους.

Ο Παπαρρηγόπουλος δημοσίευσε και μια αναθεωρημένη εκδοχή της πεντάτομης Ιστορίας του, κατά την τριετία 1885-1888, στην οποία διατήρησε ωστόσο τον εκλαϊκευτικό χαρακτήρα της. Δημοσίευσε επίσης αναρίθμητα κείμενα στον ημερήσιο και τον περιοδικό Τύπο της χώρας, από τα οποία ξεχωρίζουν εκείνα στις στήλες του περιοδικού Πανδώρα.

Η πολιτική δράση του Παπαρρηγόπουλου
Με τον Παπαρρηγόπουλο εγκαινιάζεται μια παράδοση ενεργής παρουσίας των επαγγελματιών ιστορικών (και καθηγητών ιστορίας) στα πολιτικά πράγματα της χώρας – μια παράδοση που θα συνεχιζόταν κυρίως με το Σπυρίδωνα Λάμπρο και τον Παύλο Καρολίδη. Σε δύο περιπτώσεις ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική δημοσιογραφία: το 1847 εξέδωσε την Εθνική και το 1858 τον Έλληνα. Επρόκειτο για βραχύβια εγχειρήματα που αποσκοπούσαν στη στήριξη πολιτικών φίλων του οι οποίοι βρίσκονταν σε δεινή πολιτική θέση: του Ιωάννη Κωλέττη στην πρώτη περίπτωση και του βασιλιά Όθωνα στη δεύτερη. 

Ιδιαίτερα ευαίσθητος στο θέμα της εικόνας της Ελλάδας στη διεθνή κοινή γνώμη, συμμετείχε στη συντακτική επιτροπή του περίφημου Spectateurdel’Orient, του περιοδικού-βήματος για τις ελληνικές θέσεις σχετικά με το Ανατολικό Ζήτημα, που εκδιδόταν στη γαλλική γλώσσα κατά την εποχή του Κριμαϊκού πολέμου. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε τη συμμετοχή του με την ιδιότητα του προέδρου τόσο στην παρακρατική-παραστρατιωτική οργάνωση «Εθνική Άμυνα», όσο και στο ημιεπίσημο όργανο της ελληνικής πολιτιστικής προπαγάνδας, το «Σύλλογο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων», καθώς και τον ενεργό ρόλο του στην ίδρυση και λειτουργία του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». 

Ο ίδιος θα επισήμαινε πάντως ότι εκπλήρωσε «το προς την πατρίδα καθήκον» κυρίως με δύο ενέργειες: α) την έκδοση της Histoire de la civilisation hellénique (Παρίσι 1878) –της γαλλικής μετάφρασης της συνοπτικής εκδοχής της πεντάτομης Ιστορίας του, που είναι γνωστή ως Επίλογος και β) την προσπάθειά του να επηρεάσει τον περίφημο χαρτογράφο Kiepert στο πλαίσιο του συνεδρίου του Βερολίνου, προκειμένου η χαρτογράφηση της Μακεδονίας να εξυπηρετήσει τις ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις. 

πηγη/constantinople.ehw.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου