Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

«Μόρτης», «ζεϊμπέκηδες» , «λεβέντες» . Τι σήμαιναν κάποτε οι λέξεις που έχουν περάσει στο λεξιλόγιό μας ;

Το κείμενο βασίστηκε στο Λεξικό Νέας Ελληνικής Γλώσσας του καθηγητή γλωσσολογίας Γεωργίου Μπαμπινιώτη ...
«Ζεϊμπέκης»
«Ζεϊμπέκηδες» αποκαλούσαν τους χωροφύλακες ή τους επαγγελματίες στρατιώτες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που ήταν κυρίως εξισλαμισμένοι Έλληνες της Μικράς Ασίας.
Ήταν γνωστοί ως «ιππότες των ορέων» καθώς ζούσαν κυνηγημένοι, λόγω της παραβατικής τους συμπεριφοράς.
Η λέξη προέρχεται από την τουρκική γλώσσα και τη λέξη «zeybek» που ήταν ο χορός των «ζεϊμπέκηδων». 
Από αυτή τη λέξη πήρε το όνομά του ο ελληνικός λαϊκός χορός «ζεϊμπέκικος», που χορεύουν συνήθως μόνοι τους οι άντρες στα γλέντια. 
Η λέξη «γλέντι» προέρχεται από το τούρκικο «eglenti», που σημαίνει διασκέδαση. Τους άντρες που χόρευαν ωραίο «ζεϊμπέκικο» τους αποκαλούσαν λεβέντες.

«Λεβέντης»
Η λέξη «λεβέντης» εισήχθη στο ελληνικό λεξιλόγιο από το την τουρκική λέξη «levend», η οποία με τη σειρά της προέρχεται  από το ιταλικό “leventi”, που ήταν οι τυφεκιοφόροι ναύτες. Οι Έλληνες ονόμαζαν «λεβένται» τους πειρατές της Ανατολής.
Τον Μεσαίωνα, «λεβέντες» ήταν οι απείθαρχοι νέοι, ενώ σήμερα η λέξη χαρακτηρίζει τους γενναίους άντρες που έχουν ωραία κορμοστασιά και περήφανο ανάστημα.
Συνώνυμο της λέξης «λεβέντης» είναι το παλληκάρι που προέρχεται από την αρχαία λέξη «πάλληξ/πάλλαξ» που ήταν το παιδί πριν γίνει έφηβος.

«Ρεμπέτης»
Η λέξη «ρεμπέτης» πιθανόν προέρχεται από την τουρκική και αραβική λέξη “ribat“ – ήταν οι άτακτοι στρατιώτες που έκλεβαν και λεηλατούσαν.
Στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει όσους ακολουθούσαν περιθωριακό τρόπο ζωής και τους συνθέτες των ρεμπέτικων τραγουδιών που θεωρούνταν αλήτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου