Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Γιατί ο Ερντογάν αμφισβητεί τη Συνθήκη της Λοζάνης

protothema.gr
Η Ιστορία μάς διδάσκει ότι όταν η Αγκυρα προσθέτει μια νέα μονομερή διεκδίκηση στο καλάθι των Ελληνοτου ρκικών δεν την ξεχνάει και την καλλιεργεί επίμονα και συστηματικά
Είναι προφανές ότι η αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λοζάνης εκ μέρους του Ταγίπ Ερντογάν εγγράφεται στο πλαίσιο εσωτερικών πολιτικών σκοπιμοτήτων. Αυτό όμως που δεν είναι προφανές είναι ότι η επίμαχη ομιλία του Τούρκου προέδρου συνιστά ένα ποιοτικό άλμα σε μια πορεία που έχει αρχίσει από το 1973.
Τότε η Αγκυρα είχε εγείρει διεκδικήσεις στην υφαλοκρηπίδα του Ανατολικού Αιγαίου. Ακολούθησαν σύντομα η αμφισβήτηση των ορίων του ελληνικού FIR (περιοχή ελέγχου των πτήσεων πολιτικής αεροπορίας) και η άρνηση αποδοχής του ελληνικού εναέριου χώρου των 10 μιλίων. Εύρος που ισχύει από το 1931 και για δεκαετίες δεν είχε αμφισβητηθεί από την τουρκική πλευρά.

Στην πραγματικότητα, από το 1973-1974 η Αγκυρα άρχισε να οικοδομεί τις προϋποθέσεις μιας ιδιότυπης «πολιορκίας» των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, με την προοπτική ότι θα της επέτρεπε να εγείρει και εδαφικές διεκδικήσεις. Εμφάνιζε τα ελληνικά νησιά να «κάθονται» σε τουρκική υφαλοκρηπίδα και να περιβάλλονται από εναέριο χώρο ελεγχόμενο από την Τουρκία.
Το επόμενο κρίσιμο βήμα έγινε στις αρχές του 1996 με την επίσημη προβολή της θεωρίας περί «γκρίζων ζωνών», η οποία και προκάλεσε την κρίση στα Ιμια. Η πάγια τακτική της Αγκυρας είναι να εγείρει μονομερείς επεκτατικές διεκδικήσεις και στη συνέχεια να καλεί την Αθήνα να διαπραγματευτεί, δηλαδή να μοιράσει τα ελληνικά δικαιώματα. Για τον σκοπό αυτό ασκούσε άμεση ή έμμεση στρατιωτική πίεση.
Σε εκείνη την κρίση για πρώτη φορά η Τουρκία όχι μόνο διεκδίκησε ελληνικό έδαφος, αλλά και δημιούργησε τετελεσμένο. Η πρόκληση κρίσης και η απειλή πολέμου υποχρέωσαν την Αθήνα ουσιαστικά να αποδεχθεί το «γκριζάρισμα» των δύο αυτών βραχονησίδων. Μπορεί τότε η κυβέρνηση Σημίτη να είχε αιφνιδιαστεί από την ποιοτική κλιμάκωση του τουρκικού επεκτατισμού, αλλά η προβολή εδαφικών διεκδικήσεων δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία.

Τα Ιμια και οι «γκρίζες ζώνες»

Τον Ιούνιο του 1991 ο τότε αρχηγός του τουρκικού στόλου, ναύαρχος Ιλφάν Τινάζ, είχε ισχυριστεί δημοσίως ότι οι βραχονησίδες του Αιγαίου δεν είναι ελληνικό έδαφος! Η δήλωσή του ήταν ενδεικτική των κυοφορούμενων τότε προθέσεων της Αγκυρας, αλλά η Αθήνα δεν της είχε δώσει τότε τη δέουσα προσοχή.
Ωστόσο, η Ιστορία μάς διδάσκει ότι όταν η Αγκυρα προσθέτει μια νέα μονομερή διεκδίκηση στο καλάθι των Ελληνοτουρκικών δεν την ξεχνάει. Την καλλιεργεί επίμονα και συστηματικά ώστε να την εγγράψει στη συνείδηση του διεθνούς συστήματος ως υπαρκτή διαφορά που χρειάζεται επίλυση μέσω συμβιβασμού. Αυτό μας οδηγεί στην εκτίμηση ότι η ευθεία αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λοζάνης από τον Ερντογάν δεν είναι πυροτέχνημα. Ειπώθηκε για να μπει με κάποιον τρόπο στο τραπέζι.

Η υπόθεση των Ιμίων κατέστη ζωτικής σημασίας επειδή χρησιμοποιήθηκε πιλοτικά για την προώθηση της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών». Το τουρκικό διάβημα (29-1-1996) ήγειρε ευρύτερη αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας. Στόχος των Τούρκων δεν ήταν να επεκτείνουν κατά δύο-τρία μίλια δυτικότερα τα σύνορα, αλλά να μετατρέψουν σε «γκρίζα ζώνη» ένα μεγάλο τμήμα του Αιγαίου.
Σύμφωνα με τη θεωρία τους, όσες νησίδες του Αιγαίου δεν αναφέρονται ρητά στις Συνθήκες Λοζάνης (1923) και Παρισίων (1947) είναι απροσδιόριστης κυριαρχίας. Η Αγκυρα ισχυρίζεται ότι όλες αυτές οι νησίδες που παλαιότερα ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία θα έπρεπε να προσαρτηθούν στην Τουρκία, που είναι το διάδοχο κράτος. Μεγαλόθυμα, όμως, δηλώνει διατεθειμένη να διαπραγματευτεί με την Αθήνα το μοίρασμά τους!
Η θεωρία των «γκρίζων ζωνών» είναι διάτρητη, επειδή στη Συνθήκη της Λοζάνης δηλώνεται σαφώς ότι στην Τουρκία ανήκουν μόνο όσες νησίδες δεν αναφέρονται ρητά στις συνθήκες και βρίσκονται στη ζώνη 3 μιλίων από τις μικρασιατικές ακτές. Η ίδια συνθήκη δίνει στην Ελλάδα την κυριαρχία όχι μόνο των μεγάλων νησιών που αναφέρονται ονομαστικά, αλλά και των παρακείμενων νησίδων.

Αναφορικά με τα Δωδεκάνησα, υπάρχει η Ιταλοτουρκική Συνθήκη (4-1-1932) (τότε τα Δωδεκάνησα ήταν υπό ιταλική κατοχή) που ρυθμίζει το εδαφικό καθεστώς. Υπάρχει και το συμπληρωματικό Ιταλοτουρκικό Πρωτόκολλο για την οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων (28-12-1932), στο οποίο αναφέρεται ποιες νησίδες ανήκουν στη μία και ποιες στην άλλη χώρα. Στο άρθρο 30 αναφέρεται ρητά ότι τα Ιμια, όπως και όλες οι άλλες νησίδες που σήμερα διεκδικεί η Τουρκία, ανήκαν στην Ιταλία. Με τη Συνθήκη των Παρισίων (1947) παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα.

Η Αγκυρα προσπαθεί να εμφανίσει το Αιγαίο ως ένα πέλαγος όπου ναι μεν υπάρχουν ελληνικά νησιά σε όλη σχεδόν την έκτασή του, αλλά αυτά δεν οριοθετούν τη θαλάσσια συνοριακή γραμμή των δύο χωρών. Το Αιγαίο, όμως, δεν είναι μια θάλασσα που απλώς παρεμβάλλεται μεταξύ δύο παράκτιων χωρών, όπως υποστηρίζουν οι Τούρκοι. Η μισή περίπου έκτασή του είναι ελληνικός εθνικός χώρος, ενώ ο υπόλοιπος είναι διεθνής, ο οποίος, όμως, συνδέει τα ελληνικά νησιά με την ηπειρωτική Ελλάδα. Κατά συνέπεια, η θάλασσα αυτή δεν έχει την ίδια σημασία για τις δύο χώρες. Γι’ αυτό και τα -εκτός Διεθνούς Δικαίου- μέτρα που τις εξισώνουν λειτουργούν προς όφελος της Τουρκίας.

Οι θέσεις της Τσιλέρ

Είναι προφανές ότι, αν η Τουρκία αποκτούσε την κυριαρχία έστω και μιας μόνο βραχονησίδας δυτικά της αλυσίδας Σαμοθράκη - Λήμνος - Λέσβος - Χίος - Σάμος - Κάλυμνος - Κως - Ρόδος - Καστελόριζο, όχι μόνο θα ανέτρεπε το υφιστάμενο νομικό καθεστώς, αλλά και θα άλλαζε ριζικά τον χαρακτήρα του Αιγαίου. Η δήλωση της πρωθυπουργού Τανσού Τσιλέρ εκείνη την εποχή στην εφημερίδα «Hurriyet» ήταν σαφέστατη: «Μέχρι τώρα η Τουρκία υποσυνείδητα αποδεχόταν ότι τα νησιά αυτά έμπρακτα ανήκουν στην Ελλάδα. Εμείς θα το αλλάξουμε αυτό».
Ελάχιστες ημέρες μετά την κρίση (3-2-1996) η Τσιλέρ δήλωσε ότι θα φέρει στο διεθνές προσκήνιο το καθεστώς περίπου 1.000 νησίδων και βραχονησίδων που αποτελούν τουρκικό έδαφος! Το 1998 ο τότε Τούρκος πρόεδρος Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ με δήλωσή του στη «Hurriyet», κατέβασε τον αριθμό, ισχυριζόμενος ότι 132 νησίδες ανήκουν στην Τουρκία! Στο πλαίσιο αυτό, το μετακεμαλικό καθεστώς έφτασε στο σημείο να αμφισβητεί ακόμα και την ελληνικότητα της Γαύδου!
Η Αγκυρα πάτησε στο προηγούμενο των Ιμίων για να αποσταθεροποιήσει την ελληνική κυριαρχία και σε κατοικημένες νησίδες. Στις 29-1-1996 είχε ονομαστικά αναφέρει ως «γκρίζες ζώνες» όχι μόνο τα Ιμια, αλλά και τα κατοικημένα νησιά Ψέριμο και Φούρνους! Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, μάλιστα, η Τουρκία συμπεριφέρεται σαν το Αγαθονήσι και το Φαρμακονήσι να είναι δικά της εδάφη. Η διεκδίκηση έχει μετεξελιχθεί από θεωρητική σε έμπρακτη. Το ίδιο συμβαίνει και με τις νησίδες Στρογγύλη και Ρω, που βρίσκονται εκατέρωθεν του Καστελόριζου.

Με την υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάνης, ο Κεμάλ έκλεισε τα εξωτερικά μέτωπα και στράφηκε στην εδραίωση του καθεστώτος του. Οταν το καθεστώς σταθεροποιήθηκε και ένιωσε ισχυρό, άρχισε να έχει διεκδικήσεις. Το 1936 πέτυχε με τη Συνθήκη του Μοντρέ να αναθεωρήσει τη διάταξη της Συνθήκης της Λοζάνης που πρόβλεπε αποστρατικοποίηση των Στενών. Στο τέλος της δεκαετίας του 1930 η Τουρκία προσάρτησε την επαρχία της Αλεξανδρέττας που ανήκε στην αποικιοκρατούμενη τότε Συρία. Από τη δεκαετία του 1950 η Αγκυρα εστίασε την επεκτατική ροπή της στην Κύπρο, με αποκορύφωμα την εισβολή του 1974. Η επιτυχία της εκείνη της άνοιξε τον δρόμο για να κλιμακώσει τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο. Από τότε προσπαθεί να ανατρέψει το ισχύον νομικό καθεστώς, προβάλλοντας τραβηγμένες από τα μαλλιά ερμηνείες των διεθνών συνθηκών, αλλά όχι αμφισβητώντας τες ευθέως.

Είναι αληθές ότι στο παρελθόν υπήρξαν κάποιες δηλώσεις εκ μέρους του Οζάλ και του Ντεμιρέλ ότι κακώς η Τουρκία είχε αποδεχτεί την παραχώρηση στην Ελλάδα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και κυρίως των Δωδεκανήσων. Επρόκειτο, όμως, περισσότερο για δηλώσεις νοσταλγίας του αυτοκρατορικού παρελθόντος.

Η Συνθήκη της Λοζάνης είναι η ληξιαρχική πράξη ίδρυσης της Τουρκικής Δημοκρατίας, και γι’ αυτό το μετακεμαλικό καθεστώς απέφευγε επιμελώς να θέσει θέμα αναθεώρησής της. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και ο ίδιος ο Ερντογάν είχε μιλήσει σε αυτό το πνεύμα στις 24 Ιουλίου, στην 93η επέτειο από την υπογραφή της.

Από τότε δεν έχει περάσει πολύς καιρός, αλλά έχουν αλλάξει αρκετά στην Τουρκία. Ο Ερντογάν νιώθει πολύ πιο ισχυρός και γι’ αυτό κάνει τώρα το βήμα. Μιλώντας την περασμένη Πέμπτη στους περιφερειακούς διοικητές (μουχτάρηδες) είπε: «Το 1920 μας έδειξαν τη Συνθήκη των Σεβρών για να μας πείσουν το 1923 για τη Συνθήκη της Λοζάνης. Και κάποιοι προσπάθησαν να μας το παρουσιάσουν αυτό ως νίκη… Με τη Συνθήκη της Λοζάνης δώσαμε στους Ελληνες τα νησιά, όπου αν φωνάξεις από τις ακτές του Αιγαίου θα ακουστείς απέναντι. Είναι αυτό νίκη;… Οσοι έκατσαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων στη Λοζάνη δεν εκμεταλλεύτηκαν τη συνθήκη αυτή. Και επειδή αυτοί δεν την εκμεταλλεύτηκαν, δυσκολευόμαστε σήμερα εμείς».

Κλείνει η κεμαλική περίοδος

Σε ένα πρώτο επίπεδο, στόχος του Ερντογάν είναι να αποδομήσει τον κεμαλισμό ως θεμέλιο ιδεολογικό λίθο της Τουρκικής Δημοκρατίας. Ο ίδιος αυτοπροβάλλεται ως ο ηγέτης που κλείνει την κεμαλική παρένθεση και μέσω του νεοοθωμανισμού επαναφέρει στο προσκήνιο το άτυπο αυτοκρατορικό όραμα των Τούρκων. Δικό του σημείο αναφοράς είναι ο Μωάμεθ ο Πορθητής και όχι ο Κεμάλ. Αν και έχει αποτύχει να αναδειχθεί ηγέτης του μουσουλμανικού κόσμου, παραμένει πιστός στο σχέδιό του το 2023 η Τουρκία να έχει εδραιωθεί ως μεγάλη δύναμη.
Προφανώς, όλα αυτά συνδέονται και με τις τρέχουσες πολιτικές σκοπιμότητες. Ο Ερντογάν επιδιώκει να ολοκληρώσει την απόκτηση υπερεξουσιών και στο θεσμικό επίπεδο, με τη μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρικό. Για να αναδειχθεί εθνικός ηγέτης, δεν αρκούν η εκτεταμένη καταστολή και οι μαζικές εκκαθαρίσεις του κράτους από κάθε είδους αντιφρονούντες. Χρειάζεται και ένα ιδεολογικό όχημα.
Για να συσπειρώσει γύρω του την κρατική γραφειοκρατία και κυρίως τους στρατιωτικούς, οι οποίοι δέχτηκαν ισχυρό πλήγμα λόγω της απόπειρας πραξικοπήματος, ο Τούρκος πρόεδρος παίζει δυνατά το χαρτί του εθνικισμού-επεκτατισμού. Αυτό, άλλωστε, είναι ο πυρήνας της τουρκικής κρατικής ιδεολογίας και ως εκ τούτου ο κοινός παρονομαστής του τουρκικού πολιτικού συστήματος. Είναι ενδεικτικό ότι η κεμαλική αξιωματική αντιπολίτευση που χαρακτήρισε απαράδεκτη την αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λοζάνης έσπευσε να πλειοδοτήσει σε εθνικισμό-επεκτατισμό με την εξής δήλωση: «Ας κοιτάξει (σ.σ.: ο Ερντογάν) τα 16 νησιά που επί της εποχής του παραδόθηκαν και όπου υψώθηκε ελληνική σημαία»! Οι κεμαλιστές κατηγορούν τον Ερντογάν ότι δεν διεκδίκησε με αποφασιστικότητα τα κατοικημένα ελληνικά νησιά τα οποία η Αγκυρα θεωρεί «γκρίζες ζώνες». 

Είναι αλήθεια ότι για πολλά χρόνια μετά την εκλογή του στην πρωθυπουργία ο Τούρκος πρόεδρος φρόντιζε να κρατάει σχετικά χαμηλά τους τόνους ως προς τα Ελληνοτουρκικά. Και αυτό επειδή προτεραιότητά του ήταν να εξουδετερώσει το κεμαλικό «βαθύ κράτος». Φοβόταν δικαιολογημένα ότι οι κεμαλιστές στρατηγοί θα εκμεταλλεύονταν μια ελληνοτουρκική κρίση για να τον ανατρέψουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το σχέδιο «Βαριοπούλα», που πρόβλεπε ένα στημένο ελληνοτουρκικό θερμό επεισόδιο.

Η προσεκτική στάση του Νεοοθωμανού ηγέτη εκείνα τα χρόνια είχε καλλιεργήσει στην Αθήνα το δόγμα-μύθος «ο καλός Ερντογάν, οι κακοί στρατηγοί». Η πραγματικότητα, βεβαίως, ήταν πολύ διαφορετική από τις αβάσιμες προσδοκίες της ελληνικής πολιτικής ελίτ ότι οι Νεοοθωμανοί θα προσέγγιζαν με εποικοδομητικό τρόπο τα Ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό.
Οι Νεοοθωμανοί είναι εξίσου εθνικιστές με τους κεμαλιστές, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Στα ελληνοτουρκικά, άλλωστε, είχε από νωρίς επέλθει μια όσμωση μεταξύ των δύο βασικών τουρκικών ιδεολογικοπολιτικών ρευμάτων. Ο Ερντογάν δεν διαφοροποιήθηκε ποτέ από τις πάγιες μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις. Από διπλωματική άποψη, όμως, εμφανιζόταν πιο ευέλικτος. Ως φορέας της νεοοθωμανικής ιδεολογίας και στρατηγικής, επιχειρούσε να καταστήσει την Τουρκία κέντρο και ηγέτιδα του μεταοθωμανικού χώρου. Στο πλαίσιο αυτό επεδίωκε να ρυμουλκήσει σταδιακά την Ελλάδα σε μια κατάσταση άτυπης δορυφοροποίησης.

Τώρα που θεωρεί ότι έχει εδραιωθεί ως άτυπος σουλτάνος, ξεδιπλώνει την ατζέντα του και στο επίπεδο της ισλαμοποίησης στο εσωτερικό της Τουρκίας και σε αυτό της ευθείας προβολής επεκτατικών διεκδικήσεων. Για τον Ερντογάν η διοχέτευση προσφύγων-μεταναστών στα ελληνικά νησιά δεν είναι μόνο ένα όπλο πίεσης προς την Ευρώπη για απόσπαση ανταλλαγμάτων, είναι ταυτόχρονα και μια επεκτατική υποθήκη σε βάρος της Ελλάδας.
Σε αντίθεση με τους μεταμοντέρνους φιλελεύθερους, οι Νεοοθωμανοί έχουν συνείδηση της στρατηγικής σημασίας που έχει ο πληθυσμιακός παράγοντας. Θεωρούν βάσιμα ότι, αν μέσω του μεταναστευτικού ρεύματος διαμορφωθούν στα ελληνικά νησιά μουσουλμανικοί θύλακοι, η Τουρκία θα αποκτήσει δυνάμει γεωπολιτικά ερείσματα. 

Υπενθυμίζουμε ότι πριν από 25 χρόνια ο Οζάλ, ως πρόδρομος των Νεοοθωμανών, είχε δηλώσει ωμά ότι η Ελλάδα θα καταληφθεί μέσω της διοχέτευσης μουσουλμανικών πληθυσμών. Το γεγονός, μάλιστα, ότι για τους δικούς τους λόγους οι Ευρωπαίοι πιέζουν να μη φύγουν από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου οι πρόσφυγες-μετανάστες τού αφήνει τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του. Συγκεκριμένα, διευκολύνει την αλλοίωση της πληθυσμιακής σύνθεσης των νησιών που βρίσκονται στο στόχαστρο της Αγκυρας.

Η αντίδραση του Βερολίνου

Εγκλωβισμένη στις δικές της αντιφάσεις, η Ε.Ε. είναι ανίκανη να δει τη μεγάλη εικόνα και να λειτουργήσει αποτρεπτικά, λαμβάνοντας υπόψη τα θεμιτά εθνικά συμφέροντα των χωρών-μελών της. Η πρώτη αντίδραση του Βερολίνου στην επίμαχη ομιλία του Ερντογάν είναι αποκαλυπτική: «Μας είναι γνωστό ότι υπάρχουν διαφορές εδώ και καιρό, εδώ και δεκαετίες. Διαφορές απόψεων μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας για την οριοθέτηση των συνόρων μεταξύ τους. Η γερμανική κυβέρνηση είναι της άποψης ότι αυτές οι διαφορές μεταξύ των δύο χωρών πρέπει να επιλυθούν ειρηνικά. Κατά τα άλλα δεν εκφράζει άποψη και σίγουρα δεν θα πάρει το μέρος κανενός»!

Το γεγονός ότι λίγο αργότερα το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών έσπευσε να διευκρινίσει ότι γι’ αυτό η Συνθήκη της Λοζάνης ισχύει μόνο τυπικά διορθώνει τα πράγματα. Τα εξαρτημένα αντανακλαστικά των εταίρων μας είναι να αντιλαμβάνονται ακόμα και μια τόσο χοντροκομμένη πρόκληση ως υπαρκτή διαφορά, απέναντι στην οποία τηρούν ίσες αποστάσεις. Για τις προκλητικές δηλώσεις του Τούρκου προέδρου, ο πρωθυπουργός  είχε επικοινωνία με ηγετικά στελέχη της Ε.Ε. Γιατί όχι όταν η ίδια η Αθήνα αντέδρασε συγκριτικά ήπια, γεγονός που εξ αντιδιαστολής ενισχύει την προαναφερθείσα τάση των Ευρωπαίων και βεβαίως εδραιώνει την εντύπωση του Ερντογάν ότι μπορεί χωρίς κόστος να ενεργεί κατ’ αυτό τον τρόπο... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου