Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟΝ Α΄

ΓΙΩΡΓΟΣ  Κ.  ΚΥΡΜΕΛΗΣ
   
 Μέρες ἃγιες πού εἶναι, μέρες γιορταστικές, νά ψαύσουμε-ἐρευνήσουμε λίγο τό φαινόμενο τῶν ἑορτῶν. Τῶν ἑορτῶν πού εἶναι  σχέση καί κοινωνία ἀνθρώπων, τρόπος(ὁρισμένη ἔκφανση) τοῦ βίου, τέτοιος πού ὑποστασιάζει-ὑλοποιεῖ-πραγματοποιεῖ ἓνα νόημα, κάποιες φορές, ἄν εἶναι μπορετό, τό μέγα καί ἔσχατο Νόημα. Ἑορτή εἶναι:νά δίνεσαι καί νά δένεσαι μέ τό διπλανό σου, νά κατεβαίνεις καί νά ἐνσαρκώνεσαι μέσα του, ν’ ἀδειάζεις καί ταυτόχρονα νά γεμίζεις΄ αὐτό εἶναι τό βαθύ  ἀνθρώπινο κι ὑπερανθρώπινο νόημα τῆς γιορτῆς. Στήν ἀνεόρταστη ἐποχή μας αὐτά θεωροῦνται παίγνια παρωχημένα΄ δυστυχῶς!  
    Εἶναι διαιώνιος ὁ  θεσμός τῆς  ἑορτῆς. Δέν ὑπάρχει λαός πού νά μήν τιμάει μέρες, θεούς, ἀνθρώπους, ζῶα κι ἄλλα ἀντικείμενα μέ  εἰδικές  τελετές, τελετουργίες, τελούμενα. Ἀποκλειστικά, θά ἔλεγα, οἱ ἑορτές ἔχουν ἱερό περιεχόμενο, ὄχι ἀφηρημένα θρησκευτικό, μά εἰδικά -τό τονίζω- ἱερό. Οἱ δυό αὐτοί ὃροι διαφέρουν ποιοτικά. Ἡ ἑορτή εἶναι βίωμα, σχέση, κοινωνία. Τό θρησκευτικό γεγονός εἶναι καθῆκον ἐπιβαλλόμενο΄ διαφορά οὺσιαστική. Μέ τήν ἑορτή πολλάκις συγχέονται ἄλλες παρεμφερεῖς ἐκδηλώσεις «ἑορταστικές», ἄσχετες ὃμως μεταξύ τους, οἱ διασκεδάσεις, οἱ χοροί κ ἄ..  Χρειάζεται νά γίνει σαφής διάκριση: ἄλλο ἑορτή κι ἄλλο διασκέδαση. Κι αὐτό καταφαίνεται ἀπό τά κίνητρά τους, τελείως διαφορετικά μεταξύ τους.

Ἡ διασκέδαση εἶναι ἀποτέλεσμα κι ἔκφραση ἐνδογενοῦς-ἐσωτερικῆς ψυχολογικῆς πίεσης, ἀνάγκης΄ γι αὐτό ἔχει σχέση μέ τό ξέσπασμα, τό σκόρπισμα, (ρ. σκεδάννυμι, διασκορπίζω)΄ ἀποτελεῖ λύση, λησμονιά σέ ἐσωτερικές κυρίως  ἀλλά καί ἐξωτερικές πιέσεις: πόνος, ἀτυχία, δυστυχία, πένθος, ἐρωτικός καημός, χαρά, πανηγύρι κ.λ.π.  Εἶναι, συνήθως, μιά διαδικασία θεραπείας διά τοῦ ὁμοίου, εἶδος ὁμοιοπαθητικῆς. Γι αὐτό καί στίς διασκεδάσεις μεταστοιχειώνεται ὁ ψυχολογικός πόνος σέ λυπητερά τραγούδια, ὃπου μέ πάθος τραγουδιοῦνται τά ἴδια πάθη ποιητικά καί μουσικά μεταλλαγμένα΄ ἔτσι δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση τοῦ ξεπεράσματος, υοῦ ξεσπάσματος, τῆς ἀνακούφισης. Νά παρατηρήσουμε καί κάτι ἄλλο: ὃσο ὁ πόνος, ἡ λύπη, οἱ πιέσεις, ἐξωτερικές κυρίως, μειώνονται ἀπό παράγοντες ὃπως ἡ εὐμάρεια, ὁ καταναλωτισμός, ἡ ἐξωστρέφεια καί ἄλλα καλούδια τοῦ κόσμου, τόσο ἡ  ἀληθινή διασκέδαση ἐκπίπτει. Τώρα ὁ πόνος μεταβάλλεται, καί γιά νά κυριοκτήσουμε, μετεξελίσσεται σέ μιά κατάσταση πιό δύσκολη ἀπό τόν ψυχολογικό πόνο καί τήν ἀκολουθοῦσα πίεση. Τώρα τά ἀρνητικά  συναισθήματα(πόνος, θλίψη, καημός κ.λπ) καλύπτονται ἀπό μιά ψυχολογική κατάσταση πού ὀνομάζεται ἀκηδία: ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος, κορεσμός ἴσως, ἀκεφιά, βαριεστημάρα, ἄν ὄχι κατήφεια. Φαίνεται καθαρά στά πρόσωπα τῶν παρόντων μά μή μετεχόντων. Ὁ χορτασμος καί ὁ κόρεσμός, πού βλέπουμε νά ζοῦν οἱ νέοι  μας.  

Ἡ διϊστορική  παρατήρηση ἐπιβεβαιώνει τά παραπάνω.
Ἡ ἑορτή, ἀντίθετα, ἀποτελεῖ λύση-λύτρωση πνευματικῶν, μεταφυσικῶν, ὑπαρξιακῶν ἐντάσεων καί πιέσεων. Ἀντίθετα μέ τή διασκέδαση, ἡ ἑορτή μετέχει καί μεταδίδει κάποια γνήσια, βαθιά χαρά καί γεύση  λυτρωτική. Ἐδῶ τό ἐπίπεδο εἶναι ἄλλου γένους, ὑψηλότερο καί περισσότερο  ἐσωτερικό, ἱερό, ὑψηλό, ὑπερβατικό. Στήν ἑορτή ὁ μετέχων βιώνει τοῦτο τό παράδοξο: ἡ χαρά μένει ἀνολοκλήρωτη, ἀτέλεστη, νοιώθει χαρά δυναμική γιά κάτι ἀκόμη καλύτερο, ὑψηλότερο, ἱερώτερο, ὁλοκληρωμένο. Στήν ἑορτή ἐνυπάρχει προσδοκία,  ἐλπίδα ἰσχυρή γιά ἄνοδο.  Αὐτό δημιουργεῖ στόν ἑορτάζοντα τήν αἴσθηση ὃτι κάτι ἀκόμη λείπει΄ τήν ἀνάγκη  νά βαδίσει σέ δρόμο ἀνηφορικό, νά περάσει μιά «στενή πύλη»΄ ἡ ὁλοκλήρωση φαίνεται νά τοῦ χαμογελάει, ἀλλά ἀπό μακρυά. Ἴσως εἶναι αὐτό πού κουράζει ἀρκετούς ἀνθρώπους΄ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία καί τάση γιά ἄμεσα καί ἁπτά ἀποτελέσματα, hic et numc, ἐδῶ καί τώρα.. Nιώθει κανείς πώς ἡ ἑορτή καί ἡ μετοχή σ’ αὐτήν εἶναι ἓνα ὄμορφο μά καί δύσκολο ἄθλημα. Γι’ αὐτό καί ἡ παραθεώρησή της, φαινόμενο συνδεδεμένο μέ τήν ἀνθρώπινη ἀτέλεια, ραστώνη καί ἀκηδία. Συνήθως ὁ πόνος καί ἡ πνευματική πίεση γίνονται  βαρύδια δεσμεύοντας τήν ψυχή ἀπό ἀνώτερα πετάγματα, μᾶλλον δεσμεύοντάς την  σέ καταστάσεις ποιοτικά χθαμαλές. Τά πετάγματα ἐδῶ, στήν ἀληθινή ἑορτή,  εἶναι δυσκολα.
   Ἀπό τά παραπάνω, ἄν ἐμβαθύνουμε λίγο περισσότερο, βλέπουμε πώς ἡ ἑορτή ὠθεῖ πέρα ἀπό τό ἐπίπεδο τοῦ εἶναι, ἀκόμη καί τοῦ εὖ εἶναι(εὐτυχία), σέ ἓνα ἄλλο ἐπίπεδο, στό ἐπίπεδο τοῦ «ἀεί εἶναι»΄  πού σημαίνει πώς ὁ ἄνθρωπος δέν γεμίζει-δέν πληροῦται- μέ τά συνήθη κοσμικά ἀγαθά, ὃσο κι ἄν τά ποθεῖ. Στό τέλος μένει μιά τραγική πίκρα, αὐτό πού παραπάνω ὀνομάσαμε ἀνολοκλήρωτο, ἀτέλεστο, ἀκόμη καί στήν κατ’ἐξοχήν ἀνθρώπινη σχέση, τόν ἔρωτα. Κι αὐτός μή τελεσφόρος! Γίνεται πλέον φανερό, γιατί σ’ ὃλη τήν  ἱστορία καί ἀπό ὃλους τούς ἀνθρώπους ἡ ἑορτή θεωροῦνταν πράξη, τελετή, μετοχή μέ κύριο χαρακτηριστικό τήν ἱερότητα΄ ἡ ἑορτή ἐθεωρεῖτο καί ἦταν ἱερή. Κι αὐτό τό γεγονός, ἡ ἱερότητα τῆς πράξης καί τῶν τελουμένων, δημιουργοῦσε καί δημιουργεῖ στόν ἄνθρωπο τήν ἀνάγκη τῆς προετοιμασίας, ὣστε νά συμμετέχει ἐπάξια. Ἡ ἀνταπόκριση στήν οὐσιαστική αὐτήν ἀπαίτηση τόν γέμιζε καί  μεγάλωνε τήν περαιτέρω ἀνάγκη τῆς συμμετοχῆς. 
Ὁ βίος του πλέον γινόταν  ἑορταστικός΄ ἔβλεπε νά μεγαλώνει ὡς ἄνθρωπος΄ εἶχε ὄντως ἡ γιορτή περιεχόμενο ἀνθρωποποιό. Ἡ ἑρταστική ἀτμόσφαιρα ἔδινε νόημα στή ζωή, τή γλύκαινε, τή ζέσταινε καί-ἄν εἴμαστε εἰλικρινεῖς-τῆς  ἔδινε  χρῶμα καί, γιατί ὄχι, καί ἀξία.

   Ὁ σύγχρονος ἀνεόρταστος ἄνθρωπος  ἔχασε τίς βαθιές  ὑπαρξιακές προϋποθέσεις τοῦ ἑορτασμοῦ, δηλ. τό βάθος τῶν πραγμάτων, πού εἶναι μιά θεοφάνεια. Ὁ κόσμος σήμερα φαίνεται σκοτεινός. Κι ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται κενό βαθύ μέσα του. Δέν ἐορτάζει, δέν μετέχει στό κοινό πανηγύρι΄ θέλει μά δέν μπορεῖ΄ κι ὃταν ἀποφασίζει νά μετάσχει, μεταβάλλει τά ἀληθινά δεδομένα καί τίς πρέπουσες προϋποθέσεις. Μεταβάλλει τήν ἑορτή καί τόν τόπο της σέ κατείδωλη πόλη, γεμάτη ψευτοείδωλα, ὑποκατάστατα, ξυλοκέρατα, φοῦσκες, μπαλώνια, γελοῖα ὁμοιώματα προσώπων ἱερῶν καί πρότυπων αἰώνιων. Μετέχει λοιπόν μή ζώντας τό ἱερό πρᾶγμα, τό τελούμενο, μακρυά ἀπό τό βάθος, μετέχει μή μετέχοντας. Ἴσως μετέχει στόν τεχνητό καί κατευθυνόμενο θόρυβο. Μετέχει περπατώντας καί μή βρίσκοντας  πουθενά ἀνάπαυση. Εἶναι τό πάνσοφο  ἐκεῖνο τῶν ξεχασμένων παππούδων: βίος ἀνεόρταστος, μακρά ὁδός ἀπανδόκευτος(μακρύς δρόμος χωρίς πανδοχεῖο-χάνι, θά λέγαμε οἱ Σερραῖο).   
  Ἐδῶ θέλω νά προσθέσω καί κάτι ἄλλο, μά διστάζω: συνωμοσιολογεῖς, θά ποῦν μερικοί. Μά ἄν τό καλοσκεφτεῖς,   κάτι κρύβει ὁ λάκκος. Νά τό πῶ:  ἡ σύγχρονη διασκέδαση κατάντησε ὄχι ἁπλῶς ἐμπορική  ἐκμετάλ-
λευση, μά τρόπος χειραγώγησης τοῦ ζαλισμένου κοπαδιοῦ, ἡμῶν δηλαδή τῶν κοινῶν ἀνθρώπων. Ἡ διασκέδαση δέν ἔγινε μόνο βιομηχανία ἄψυχη, μά κατευθυνόμενη πολιτική πράξη πού ἐξυπηρετεῖ ἀλλότρια, ὓποπτα, γιά νά μήν πῶς σκοτεινά συμφέροντα: τῶν σκοτεινῶν ἐπικυρίαρχων τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Αὐτῆς τῆς στυγνῆς μυστικῆς καί ὀλιγάριθμης  παρέας πού μαστίζει-καί ξέρει καλά πῶς-τό ζαλισμένο- ἐγώ λέω μεθυσμένο-κοπάδι τοῦ Τσόμσκι. Καί, βεβαια, ὃταν  μαζί μέ τούς ὀλιγάρχες αὐτούς πορευόμαστε ὃλοι παρέα χειροκτροτώντας τους, συγκατανεύοντας στή μετάλλαξή μας σέ βοησκηματώδη ὄντα, τότε δικαίως πάσχουμε αὐτά πού πάσχουμε.

  Ἀλήθεια τί κακό στή  μακρά πορεία στήν ἔρημο τῆς ζωῆς νά μή συνατοῦμε λίγη ξεκούραση σ’ ἓνα, μικρό κι ἁπλό, ἔστω, πανδοχεῖο!  Στήν πορεία μας καταλήξαμε ἑκούσια ἀνέστιοι, ἄστεγοι καί γυμνοί. Τό Πανδοχεῖο τοῦτο γιά τούς χριστιανούς ὑπῆρξε, 2016 χρόνια,  ἡ Ἐκκλησία καί συνεκδοχικά  ὁ ναός. Αὐτός εἶναι πού κανει τή γιορτή  γιορτή. Αὐτός νοηματοδοτεῖ  καί ἐξαγιάζει ὃλες τίς περί  τή γιορτή συνήθειές  μας. Ἄν κεντρο εἶναι ὁ ναός, ὃλα τά μετά ἀπό αὐτόν εἶναι ὄμορφα, γιορτινά. Ἄς πᾶμε λίγο πιό πέρα ἀπό τίς συνήθειές μας , στό παλαιό καί γνήσιο  ἑλληνότροπο ἦθος, νά ζήσουμε τίς Μεγάλες Γιορτές

  Χριστούγεννα χωρίς Χριστό δέ  εἶναι Χριστούγεννα καί χωρίς ναό δέν εἶναι γιορτή΄  ἄς παύσουμε κάποτε νά  εἴμαστε ὑποκριτές.

ΚΑΛΑ-ΓΝΗΣΙΑ-ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου