Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Περικλέους Επιτάφιος - Βικιπαίδεια

Ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν
πᾶσα γῆ τάφος ...

Ο Περικλέους Επιτάφιος ή Επιτάφιος του Περικλή είναι το απόσπασμα από το έργο του αρχαίου Αθηναίου ιστορικού Θουκυδίδη στο οποίο παρατίθεται ο λόγος που ο Περικλής εκφώνησε το 430 π.Χ. για τους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου.
Ο λόγος βρίσκεται στο δεύτερο βιβλίο του έργου (2.35 έως 2.44) και περιλαμβάνει ένα φλογερό ύμνο στην Αθηναϊκή δημοκρατία και στην αγάπη του Αθηναίου προς την ελευθερία. 
Το παρακάτω απόσπασμα αναφέρεται συχνά σε πολεμικούς επικήδειους, καθώς είναι εξαιρετικό παράδειγμα απόδοσης τιμών στους νεκρούς:
Ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος, καὶ οὐ στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκεία σημαίνει ἐπιγραφή, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ ἄγραφος μνήμη παρ’ ἑκάστω τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαιτᾶται. (2. 43)
Διότι τάφος των επιφανών ανδρών είναι κάθε τόπος, και δε σώζεται το όνομά τους μόνο σε επιγραφές στην πατρίδα τους, αλλά διατηρείται η ανάμνησή τους και στις ξένες χώρες, πιο πολύ στη μνήμη και στις καρδιές των ανθρώπων παρά στα γραπτά μνημεία και στους τάφους. (ελεύθερη απόδοση)

Το ιστορικό πλαίσιο
Μετά το πρώτο έτος του πολέμου, ενός πολέμου του οποίου τότε κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τη διάρκειά του αλλά ήταν φανερό πως δεν είχε τελειώσει, έθιμο ήταν να γίνεται στις αρχές του χειμώνα η κηδεία των πεσόντων με εκφώνηση επιταφίου από έναν διακεκριμένο άνδρα. Συγκεκριμένα οι νεκροί καίγονταν πλέον συνήθως επί τόπου (στα πεδία των μαχών) και στην Αθήνα μεταφέρονταν τα οστά για ταφή. Αυτό είχε αφορμή τον «πάτριο νόμο» που ίσχυε ειδικά στην Αθήνα για λόγους καθαρά πρακτικούς, αλλά και πολιτικούς
Σύμφωνα με το έθιμο τα οστά μεταφέρονταν σε λάρνακα από κυπαρίσσι σε μία άμαξα για κάθε φυλή των Αθηναίων και στο τέλος τιμητικά μια λάρνακα μεταφερόταν με τα χέρια και σκεπασμένη με σεντόνι, για όσους τα σώματα δεν μπόρεσαν να περισυλλεγούν και να ταφούν («τῶν ἀφανῶν» όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, για αυτή την τόσο ευαίσθητη ή πολιτικά ευφυή μεταχείριση που προσέφερε παρηγοριά στους συγγενείς και κουράγιο στους στρατιώτες, ότι ακόμα κι αν δεν βρεθεί το νεκρό σώμα τους αν σκοτωθούν σε μάχη ή ναυμαχία, δεν θα μείνουν ακήδευτοι). Στον χώρο του Κεραμεικού βρίσκονταν γυναίκες που θρηνούσαν όπως ήταν τα έθιμο. Σύμφωνα με τα ισχύοντα, ένας εκλεγμένος πολίτης που η γνώμη του ήταν συνετή και άξια, έλεγε τον έπαινο τον πρέποντα και η τελετή έληγε. 
Στην περίπτωση αυτή «ορίστηκε να μιλήσει ο Περικλής, ο γιος του Ξανθίππου, που ανέβηκε στο βήμα ώστε η φωνή του να φτάνει στα αυτιά όσο το δυνατόν περισσότερων

Ο Περικλής λέει ότι έχει επιφυλάξεις για την εκφώνηση επαίνων για τους νεκρούς επειδή «σε άνδρες που αποδείχτηκαν γενναίοι με έργα, πρέπει με έργα να τους αποδίδονται τιμές». (Ουσιαστικά εισηγείται στους παρόντες να τιμήσουν έμπρακτα τους νεκρούς και όπως διαφαίνεται από τη δομή του υπόλοιπου λόγου, το έμμεσο προσκλητήριο αφορά την έμπρακτη υπεράσπιση των λόγων για τους οποίους θυσιάστηκαν οι ήδη πεσότες, δηλαδή την προάσπιση της δημοκρατίας και της ηγετικής θέσης του αθηναϊκού πολιτισμού, σε περίπτωση που θα χρειαστούν και άλλες θυσίες για την πατρίδα) . 
Όμως καταλήγει ότι θα αγορεύσει από σεβασμό για το νόμο, όσο κι αν θεωρεί τα λόγια ακατάλληλα , καθώς άλλοι θα τα βρουν κατώτερα των περιστάσεων καθώς ξέρουν τι έγινε ενώ άλλοι, που δεν ξέρουν, θα τα βρουν ίσως υπερβολικά. Αναφέρεται και στο φθόνο, μια που η φύση του ανθρώπου τέτοια είναι, να αντέχει να ακούει καλά λόγια για τα έργα των άλλων, όσο θεωρεί ότι αυτά τα έργα θα μπορούσε να τα είχε κάνει κι αυτός και ζηλεύει τον έπαινο για κάτι που ξεπερνά τις δικές του δυνάμεις.

Πρώτο μέρος
Στο πρώτο μέρος το έθιμο ήταν να γίνεται μακρά αναφορά στα κατορθώματα των ηρώων, στην Τροία και σε πολλά άλλα. Έτσι συνδέονταν τα ανδραγαθήματα της τωρινής γενιάς με τους αυτόχθονες της Αττικής. Όμως ο Περικλής που θέλει να επιμείνει στη σημερινή πραγματικότητα και σε όσα πρέπει να γίνουν μελλοντικά, αντιπαρέρχεται το μακρινό παρελθόν με σεβασμό αλλά πάντως εν τάχει  λέγοντας απλά ότι θα αρχίσει από τους μακρινούς προγόνους των Αθηναίων αναφέροντας ότι τους αξίζει η τιμή, αφού με την αρετή τους "την χώραν ἐλευθέραν παρέδοσαν σε εμάς" και πάει κατ’ ευθείαν στη γενιά των πατεράδων της γενιάς του (ίσως επειδή πολέμησαν στους Περσικούς Πολέμους αλλά ίσως κυρίως για τους κοινωνικούς αγώνες τους) «που αξίζουν τις ίδιες αν όχι και μεγαλύτερες τιμές, αφού αυτά που πήραν με πολύ μόχθο τα κληροδότησαν σε εμάς προσθέτοντας και τα δικά τους επιτεύγματα». 
Υστερα περνάει αμέσως στην τωρινή γενιά για να πει ότι ακόμα περισσότερα πέτυχαν με τους αγώνες τους οι σημερινοί Έλληνες γιατί «ἐπηυξήσαμεν τήν πόλιν τοῖς πᾶσι παρεσκευάσαμεν καὶ ἐς πόλεμον καὶ ἐς εἰρήνη αὐταρκεστάτην» (ώστε να είναι αυτοδύναμη και αυτάρκης και σε καιρό πολέμου και στην ειρήνη).
 Εξηγεί ότι τα πολεμικά κατορθώματα του παρελθόντος δεν θα τον απασχολήσουν στο λόγο του επειδή δεν θέλει να μακρηγορεί σε ακροατήριο που αυτά τα ξέρει από πρώτο χέρι, αλλά θα επιμείνει «στο πώς φτάσαμε στο σημερινό μεγαλείο, στις αρχές που έχουν εμφορήσει αυτούς τους αγώνες, στο πολίτευμα και στον τρόπο ζωής με τον οποίο επιτεύχθηκαν αυτά». "Μετά" –λέει- "θα αναφερθώ στον έπαινο των νεκρών –γιατί δεν είναι καθόλου άπρεπο να αναφερθούν όλα αυτά και είναι προς το συμφέρον μας να ακουστούν από ντόπιους κι από ξένους". Με αυτό τον τρόπο αιτιολογεί την μη καθιερωμένη, τη μη συμβατική δομή του Επιταφίου που απαιτουσε μακροσκελή μνεία σε μυθικά ανδραγαθήματα. Σε όσα αναφέρεται στη συνέχεια συχνά υπάρχουν έμμεσοι υπαινιγμοί για τις ουσιαστικές διαφορές που χωρίζουν βαθύτατα τους Αθηναίους από τους Σπαρτιάτες.

Μιλά για το κράτος δικαίου της πόλης, για το σύστημα διακυβέρνησης, το πολίτευμα, το οποίο δημιούργησε νόμους, τους οποίους όχι μόνον δεν αντέγραψε από άλλους, αλλά που απεναντίας τους μιμούνται οι άλλοι πρόθυμα (εννοεί ίσως τις ιωνικές πόλεις, το Άργος, η Κυρήνη κ.α.) :

«καὶ ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλ᾽ ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται»
Επειδή όπως συνεχίζει, δεν στηρίζεται στους λίγους (εννοεί όπως της Σπάρτης) αλλά στους πολλούς και απέναντι στο νόμο όλοι είναι ίσοι:

«κατά τους νόμους μέτεστι πᾶσι τό ἴσον»
Και για την αξιοκρατία, ότι δηλαδή είναι μεν όλοι ίσοι απέναντι στο δίκαιο και το νόμο, αλλά στα αξιώματα ανέρχεται με την ικανότητα, την προκοπή του, και όχι επειδή έτυχε να γεννηθεί σε μια ορισμένη κοινωνική τάξη (για να τονίσει και πάλι τις διαφορές με τους ολιγαρχικούς Σπαρτιάτες)

Τονίζει επίσης ότι απολαμβάνουν όλοι ελευθερία τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική τους ζωή (στηλιτεύοντας έτσι έμμεσα και πάλι την ανελευθερία της Σπάρτης αλλά και την καχυποψία που κυριαρχούσε στην κοινωνική της ζωή ) χωρίς να έχουν σαν στόχο το κακό του συνανθρώπου τους. «Σεβόμαστε –λέει- ο ένας τον άλλο νόμο για τους άγραφους νόμους της ζωής και για να αποφύγουμε την αισχύνη κι όχι από φόβο» (υπαινιγμός ότι οι Σπαρτιάτες τηρούν το νόμο επειδή τρέμουν τη νομοθεσία τους)

Μετά θυμίζει στους Αθηναίους όλα τα καλά που απολαμβάνουν (και αυτά σε αντιδιαστολή προς τη λιτή ζωή των Σπαρτιατών) , τα όμορφα σπίτια τους, τις συνεχείς εορταστικές εκδηλώσεις της πόλης, το γεγονός ότι βρίσκουν στο εμπόριο όλα τα καλά του κόσμου που έρχονται από τα πέρατα της οικουμένης ακόμα και σε καιρό πολέμου. Σε αυτό το σημείο κάποιοι βλέπουν να λείπει η αναφορά στα μεγαλοπρεπή κτίσματα της Αθήνας και εικάζουν ότι «τα έκοψε» ο Θουκυδίδης, αλλά η λογική υπαγορεύει ότι ο Περικλής δεν ήθελε να αναφερθεί σε μέρα κηδείας σε εκείνο ακριβώς που έδωσε μια σημαντική αφορμή για τον πόλεμο, δηλαδή το ξόδεμα χρημάτων από το συμμαχικό ταμείο για έργα στολισμού της Αθήνας, συν το γεγονός ότι και ο ίδιος αντιμετώπιζε κατηγορίες για σπατάλες (δικές του ή φίλων του) που τις χρέωναν στα έργα καλλωπισμού της πόλης.

Στη συνέχεια αφήνει τα υπονοούμενα και επιτίθεται ευθέως στον τρόπο ζωής των Σπαρτιατών, μιλά για την ξενηλασία (έμμεσα και για την κρυπτεία και τα κλέμματα), λέγοντας ότι οι Αθηναίοι έχουν απεναντίας τις πόρτες τους ανοιχτές σε όλους, στηλιτεύει τον σκληρό τρόπο εκπαίδευσης των στρατιωτών στη Σπάρτη , και λέει ότι «εμείς έχουμε θαυμάσιο στρατό χωρίς να χρειάζεται να ακολουθούμε τέτοια εκπαίδευση» και συμπληρώνει ότι παρ' όλη την εκπαίδευσή τους οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν πάντα με συμμάχους ενώ «εμείς εύκολα νικάμε και μόνοι μας» και ότι «αν τύχει να νικήσουν ένα δικό μας μικρό τμήμα στρατού καυχιούνται ότι μας νίκησαν όλους, κι αν τύχει να νικηθούν από αυτό το μικρό τμήμα στρατού το δικό μας, λένε ότι νικήθηκαν από ολόκληρο το στράτευμά μας». 
Εμείς –λέει- έχουμε την ανδρεία από την ανατροφή μας και όχι επειδή μας την επιβάλλει ο νόμος και κάνουμε οικονομία δυνάμεων για σκληρές συνθήκες όταν πράγματι πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε και όχι εκ των προτέρων απλά για γυμναστική του στρατιώτη.

Στη συνέχεια μιλά και για άλλα χαρακτηριστικά του Αθηναίου πολίτη, ότι δηλαδή απολαμβάνει το όμορφο και με λιτό τρόπο, δίχως πολλά χρήματα και πολυτέλειας, και παράλληλα φιλοσοφεί χωρίς να γίνεται μαλθακός:

«φιλοκαλοῦμέν τε γάρ μετ' εὐτελείας και φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας»
Μετά μιλά για το πόσο σημαντική είναι στην Αθήνα η συμμετοχή στα κοινά, ώστε κάποιος και να εργάζεται και να ασχολείται με την πολιτική, κι αυτό οφείλεται στο ότι «μόνον εμείς οι Αθηναίοι θεωρούμε ότι όποιος μένει αμέτοχος στα κοινά δεν είναι φιλήσυχος αλλά άχρηστος»:

«μόνοι γάρ τον τε μηδέν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ᾽ ἀχρεῖον νομίζομεν»
Μετά μιλά για την αίσθηση του κινδύνου, την περίσκεψη και την τόλμη και λέει ότι οι Αθηναίοι και σε αυτό ξεχωρίζουν, καθώς είναι πάντα ενήμεροι και ως εκ τούτου η τόλμη τους δεν οφείλεται στην άγνοια του κινδύνου. «Και όσο κι αν αγαπάμε τα καλά της ειρήνης, δεν κοιτάμε να αποφύγουμε τον πόλεμο»

Θίγει μετά το θέμα της οφειλής και της ευγνωμοσύνης, και αναφέρει ότι αυτός που ευεργετεί κάποιον είναι καλύτερος φίλος από εκείνον που ευεργετήθηκε και γι’ αυτό οι Αθηναίοι προσπαθούν να βοηθούν παρά να βοηθιώνται:

« βεβαιότερος δε ὁ δράσας την χάριν ὥστε ὀφειλομένην δι᾽ εὐνοίας ᾧ δέδωκε σῴζειν:
ὁ δὲ ἀντοφείλων ἀμβλύτερος, εἰδὼς οὐκ ἐς χάριν, ἀλλ’ ἐς ὀφείλημα τὴν ἀρετὴν ἀποδώσων»
Στη συνέχεια, προτού μπει στο επόμενο μέρος του Επιταφίου για τον έπαινο των νεκρών, ανακεφαλαιώνει όσα είπε με τη φράση:

ξυνελών τε λέγω την τε πᾶσαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι»
(: με δυο λόγια, η Αθήνα είναι σχολείο-το πνευματικό κέντρο όλης της Ελλάδας) Αναφέρει τις ατομικές ικανότητες του κάθε πολίτη χωριστά και της πόλης εν γένει και τονίζει ότι αυτό δεν αποτελεί κομπασμό, γιατί το αποδεικνύει η πραγματικότητα, η δύναμη της πόλης, όλα όσα πέτυχαν οι Αθηναίοι με τη νοοτροπία που έχουν (εννοεί τα προαναφερθέντα περί ελευθερίας, φιλοσοφίας, εκπαίδευσης), που «έχουμε την μόνη πολιτεία η οποία όταν δοκιμάζεται αποδεικνύεται ανώτερη από τη φήμη της:

«μόνη γάρ τῶν νῦν ἀκοῆς κρείσσων ἐς πεῖραν ἔρχεται»
Τη μόνη πολιτεία –συνεχίζει- που δεν δίνει λαβή παραπόνων ούτε στον εχθρό από την κακή της στάση αλλά ούτε και στον υπήκοό της (ότι βρίσκονται στην ηγεσία ανάξιοι) και η οποία θα είναι θαυμαστή και στα κατοπινά χρόνια, δίχως να έχει την ανάγκη να την υμνήσει κάποιος Όμηρος, που με τα λόγια του μπορεί να υπερβάλει της πραγματικότητας. "Η δική μας πολιτεία είναι θαυμαστή γιατί κάναμε όλα τα λιμάνια και όλες τις στεριές προσιτές στην τόλμη μας και παντού ιδρύσαμε αθάνατα μνημεία τόσο των επιτυχιών όσο και των ατυχιών μας. Υπέρ μιας τέτοιας πολιτείας λοιπόν και αυτοί που κείνται μπροστά μας (εννοεί τους νεκρούς) πολέμησαν γενναία και φονεύθηκαν, γιατί αναγνώρισαν το καθήκον τους να μην την στερηθούν, και πρέπει όσοι επιζήσαμε να κάνουμε πρόθυμα θυσίες για χάρη της»

Δεύτερο μέρος
Ο έπαινος στους νεκρούς και συμβουλές προς τους ζωντανούς

Τρίτο μέρος
Παρηγοριά στους συγγενείς των νεκρών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου