Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Τουρκία: Η “κατάρα της Συρίας” και η θηλιά που σφίγγει

Αλέξανδρος Μασσαβέτας

Δεν έχει νόημα να πω πως η κακή είδηση με βρήκε απροετοίμαστο. 
Κάθε κακή είδηση σε βρίσκει απροετοίμαστο, ακόμη κι αν “περίμενες” ή είχες προβλέψει το γεγονός. Την Τρίτη το βράδυ, το τηλεφώνημα από την Πόλη με βρήκε να ετοιμάζομαι για μια ολιγοήμερη επιστροφή, ύστερα από απουσία μηνών, εκεί όπου πέρασα δώδεκα χρόνια της ζωής μου. Στην πόλη όπου παραμένουν ακόμα οι στενότεροι φίλοι μου. 
Στην πόλη, όπου –καθώς λένε όσοι είναι επίσης Ελλαδίτες– ενηλικιωθήκαμε. Θέλοντας και μη.

Αυτήν τη φορά, το χτύπημα δεν ήταν στον δρόμο ή σε κάποια διαδήλωση. Ήταν στο κύριο αεροδρόμιο της μεγαλύτερης πόλης της χώρας, στην κύρια πύλη της εισόδου και εξόδου. Φίλοι και γνωστοί την περνούν τακτικά, και μάλιστα χωρίς να ζουν στην Τουρκία. Το Ατατούρκ έχει γίνει από τους κύριους κόμβους της διεθνούς αεροπλοΐας, και είναι σήμερα το τρίτο σε κίνηση αεροδρόμιο της Ευρώπης. Όσο κι αν δεν θυμάσαι κανείς γνωστός σου να ταξίδευε εκείνο το απόγευμα, ο φόβος –παράλογος, αλλά φόβος– υπερτερεί. «Συγγνώμη που σε ξύπνησα…» «Ήθελα απλά να δω πως είσαι καλά…» «Μπερδεύτηκα, νόμιζα ότι ταξίδευες σήμερα…» «Περαστικά μας. Κουράγιο.»

Όποιον δεν έχει ζήσει κάτι παρόμοιο, τον διαβεβαιώνω πως η διαδικασία των τηλεφωνημάτων είναι εξόχως τρομακτική. Το “βάπτισμα του πυρός”, δυστυχώς κυριολεκτικά, το πήρα τον Νοέμβριο του 2003, νεοφερμένος ακόμα στην Πόλη. Μέσα σε μία εβδομάδα τρομοκράτες είχαν χτυπήσει δύο συναγωγές, το βρετανικό προξενείο και μια τράπεζα, όλα σε κεντρικές, πολυσύχναστες γειτονιές. Δεκάδες τα θύματα, κυρίως περαστικοί. Θυμάμαι πως και τις δύο φορές κατέρρευσαν για ώρες τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, καθώς ο κόσμος έψαχνε απελπισμένα τους οικείους του. Με γραπτά μηνύματα διαβεβαιώναμε ο ένας τον άλλον ότι είμαστε ασφαλείς.

Χρόνια αργότερα, ξεκίνησε ο εφιάλτης της Συρίας, μιας χώρας που γνώριζα καλά και αγαπούσα ιδιαίτερα. Και πάλι τα τηλέφωνα, στο Χαλέπι και τη Δαμασκό. Η αμήχανη στιγμή που αυτό που εννοείς είναι «πήρα να δω αν ζεις», αλλά φυσικά δεν το λες και διαλέγεις προσεκτικά τις λέξεις σου. Ο τρόμος του να μιλάς με κάποιον και στο βάθος να ακούγονται πολυβόλα και εκρήξεις. Δεν το φαντάζεσαι, δεν είναι ταινία, είναι live στην άλλη άκρη της γραμμής. «Εδώ κι ένα μήνα κοιμάμαι στο πάρκο. Δεν είναι ασφαλής η γειτονιά. Κοιτάζω να φύγω στην Τουρκία». Και δεν ξέρεις τι να πεις, εσύ που είσαι ασφαλής στο δωμάτιό σου στο Πέραν, και που μισείς τον εαυτό σου για την τύχη και την ασφάλειά σου. 
Λίγο μετά τα κακά μαντάτα της Τρίτης έγινα κι εγώ δέκτης ενός καταιγισμού μηνυμάτων. «Είσαι καλά;» Συνειδητοποίησα για μιαν ακόμα φορά ότι πολλοί έχουν μείνει με την ιδέα ότι ζω στην Πόλη. Ίσως γιατί με έχουν ταυτίσει τόσο μαζί της, που δεν μπορούν να με φανταστούν αλλού. Ίσως γιατί ο ενθουσιασμός που μετέδιδε το πρώτο μου βιβλίο για την Πόλη των Απόντων- εκδόσεις Πατάκη-  έμοιαζε να μην αφήνει περιθώρια πως κάποτε θα γινόμουν κι εγώ ένας από αυτούς. Απών και επισκέπτης. Ίσως πάλι γιατί η μετοικεσία μου έγινε αθόρυβα, σταδιακά, με μικρά βήματα.
«Γιατί έφυγες από την Πόλη;» Δεν θέλησα να εξηγήσω: φοβόμουν πως όσοι δεν έζησαν εκεί την τελευταία δεκαετία δεν θα καταλάβαιναν. Άσε που τα αστεία του τύπου «πρόδωσες την Πόλη» με είχαν κακοκαρδίσει. Δεν μίλησα λοιπόν για τη φυγή, ούτε για το συναίσθημα του να έρχομαι σαν επισκέπτης πια στο άλλοτε σπίτι μου. Ίσως όμως, υπό το βάρος όσων συμβαίνουν, έφτασε η ώρα να μιλήσω. Ακριβώς επειδή οι ερωτήσεις που δέχομαι και τα σχόλια που ακούω συνεχώς καταδεικνύουν τον βαθμό της γενικότερης άγνοιας για μια χώρα τόσο κοντινή, που παραμένει απροσπέλαστη στην κοινή αντίληψη. Ίσως πάλι από δική μου ανάγκη, από προσπάθεια να συμφιλιωθώ με την αποξένωση που αισθάνομαι στην Πόλη σήμερα.

Ο κλοιός της τρομοκρατίας

Μόλις πω ότι άφησα την Πόλη το 2015, πολλοί θα υποθέσουν πως ήταν η τρομοκρατία που με έδιωξε. Πράγματι, τον τελευταίο χρόνο τα τυφλά χτυπήματα κατά του πλήθους διαδέχονται το ένα το άλλο. Δεκάδες έπεσαν νεκροί σε επιθέσεις αυτοκτονίας στο Suruç, στην Άγκυρα, στην Πόλη, στο Ντιγιάρμπακιρ –κυρίως Κούρδοι και αριστεροί ακτιβιστές, αλλά και τουρίστες, στόχοι του ισλαμικού κράτους. Ανάμεσά τους, φίλοι φίλων μου. Δεκάδες πολίτες σκοτώθηκαν στην Προύσα και την Άγκυρα, θύματα εξτρεμιστικών κουρδικών οργανώσεων. Ένας ακήρυχτος πόλεμος μαίνεται στην τουρκική επικράτεια, με θύματα τους πολίτες.
Η τρομοκρατία έγινε πλέον κομμάτι της καθημερινότητας. «Το πιο ανησυχητικό», μου είπε ένας φίλος, «είναι πως μόλις ακούμε για μια νέα επίθεση, η πρώτη αντίδραση είναι ”ήταν το Ισλαμικό Κράτος ή το ΡΚΚ;“ Λες και οι σκοτωμοί από μόνοι τους είναι κάτι δευτερεύον, που δεν έχει σημασία».
Η αλήθεια είναι ότι περίμενα το χτύπημα της Τρίτης. Όλοι όσοι διατηρούμε επαφές με διπλωμάτες και δημοσιογράφους είχαμε δεχθεί προειδοποιήσεις πως «αναμένονται τυφλά χτυπήματα» εδώ και τρία περίπου χρόνια. Όλοι περιμέναμε πως το αεροδρόμιο Ατατούρκ –το όνομα του οποίου και μόνο αρκεί για να εξοργίσει κάθε Ισλαμιστή– θα αποτελούσε από τους πρώτους στόχους. Αν κάτι με εξέπληξε, ήταν το ότι τα αναμενόμενα χτυπήματα δεν σημειώθηκαν ως το 2015. Κι αυτό γιατί το παρόν κύμα τρομοκρατίας δεν είναι παρά ο απόηχος του συριακού εμφυλίου σε τουρκικό έδαφος. Είναι η “κατάρα της Συρίας”.

To “νέο-Οθωμανικό” όραμα
Από την αρχή του εμφυλίου ο –πρωθυπουργός τότε– Ρετζέπ Ταγίπ Έρντογαν έθεσε ως στόχο να ανατρέψει τον Μπασάρ Αλ-Άσαντ. Παρακινούμενος από τις αυταπάτες ενός σουνιτικού μεγαλοϊδεατισμού, ο Έρντογαν και το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) προώθησαν ένα “νέο-Οθωμανικό” όραμα ως επίσημη πολιτική του κράτους. Πρόκειται για ένα επιμελές ξαναγράψιμο της Οθωμανικής ιστορίας, υπό το πρίσμα του σουνιτικού Ισλάμ. Η αυτοκρατορία παρουσιάζεται ως “το ξίφος του Ισλάμ” απέναντι σε μιαν “επεκτατική, σταυροφόρο Δύση” (λες και οι Οθωμανοί δεν ήταν επεκτατικοί). Στο ψευδοϊστορικό αυτό οικοδόμημα, ο ρόλος του –σουνιτικού– Ισλάμ εμφανίζεται υπέρτατος· η περίοπτη θέση που οι μη-μουσουλμάνοι είχαν στην Οθωμανική κοινωνία, την οικονομία αλλά και την ίδια την πολιτική αποσιωπάται πλήρως. Η χαμένη πολυεθνική αυτοκρατορία παρουσιάζεται σχεδόν σαν πρόγονος της σημερινής Σαουδικής Αραβίας! Το ανιστορικό αυτό κατασκεύασμα είναι δυστυχώς φοβερά δημοφιλές σε ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού που γοητεύεται από την ισλαμική θρησκεία και τον τουρκικό εθνικισμό ταυτόχρονα. 
Υπό την οπτική του νέο-Οθωμανισμού, η Τουρκία έπρεπε να επιστρέψει στον “φυσικό της χώρο” της άλλοτε Οθωμανικής επικράτειας. Την επιστροφή θα διευκόλυνε η σύσφιγξη σχέσεων με τις κατά τόπου σουνιτικές κοινότητες, σε μια περίοδο που μαίνεται ένας πόλεμος “μέχρις εσχάτων” μεταξύ σουνιτών και σιιτών για επιβολή στον μουσουλμανικό κόσμο. Ο Έρντογαν και οι σύμβουλοί του ήταν πεπεισμένοι πως οι σουνίτες της Μέσης Ανατολής, αλλά και των Βαλκανίων, θα γοητευόταν με την ιδέα της “επανόδου” της άλλοτε “πρώτης δύναμης” του Ισλάμ. Ο ισλαμισμός θα διευκόλυνε τον προσεταιρισμό εθνών όπως οι Κούρδοι, οι Σύροι και οι Παλαιστίνιοι που, εδώ και έναν τουλάχιστον αιώνα, διάκεινται ανταγωνιστικά έναντι του τουρκικού κράτους. Αν και σπανίως εκφράσθηκε δημόσια με σαφήνεια η πολιτική αυτή, κατέστη φανερή από τις επιλογές της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Όταν ξέσπασαν οι πρώτες συγκρούσεις στη Συρία, παρά τους προηγούμενους εναγκαλισμούς του με τον Μπασάρ Αλ Άσαντ, ο Έρντογαν είδε τη χρυσή ευκαιρία να προσδέσει τη γειτονική χώρα στο άρμα του. Η πλειοψηφία των Σύρων είναι σουνίτες. Για τους περισσότερους, δυστυχώς, το καθεστώς της δυναστείας Άσαντ στερείται νομιμοποίησης όχι γιατί είναι αυταρχικό, αλλά γιατί είναι καθεστώς “αιρετικών”: η οικογένεια Άσαντ ανήκει στην αίρεση των Νουσαϊρί (Αλεβιτών), ενώ προωθεί Αλεβίτες και Χριστιανούς σε καίρια πόστα. Αμφισβητεί, δηλαδή, την ανωτερότητα του σουνιτικού Ισλάμ που θα ήθελαν οι ισλαμιστές ως βάση της έννομης τάξης. Σχεδόν από τις πρώτες μέρες του ξεσηκωμού, τα συνθήματα ήταν θρησκευτικής, όχι πολιτικής αναφοράς· το έδαφος ήταν ώριμο για τη σταδιακή επιβολή των τζιχαντιστών.
Αν η Δύση, για πολλοστή φορά, απέτυχε να διαγνώσει τον κίνδυνο και μιλούσε για “μετριοπαθείς αντάρτες”, ο Έρντογαν είδε μιαν άλλην ευκαιρία. Οι αρχές έθεσαν εξαρχής την Τουρκία ως de facto εμπόλεμο μέρος στον συριακό κυκεώνα. Χιλιάδες Σύροι μαχητές εκπαιδεύθηκαν από τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες. Χρήματα και οπλισμός απεστάλησαν σε οργανώσεις που είτε γεννήθηκαν σαν τζιχαντικές, είτε εξελίχθηκαν έτσι. Οι αρχές έκαναν τα στραβά μάτια στους χιλιάδες μαχητές που περνούσαν την πορώδη τουρκο-συριακή μεθόριο. Το αεροδρόμιο Ατατούρκ κατέστη, με την ανοχή των αρχών, αεροδιάδρομος τζιχαντιστών προς και από την Συρία.

Φίμωση του Τύπου
Σε μια χώρα όπου η καταστολή κατά του Tύπου έχει λάβει τα τελευταία χρόνια πρωτοφανείς διαστάσεις, οι ντόπιοι δημοσιογράφοι αυτολογοκρίνονται για να μην βρεθούν στην φυλακή με κάποια γενικόλογη κατηγορία περί “εθνικής ασφάλειας”. Από ξένους ανταποκριτές μαθαίναμε για την ευρεία επιχείρηση στρατολόγησης νεαρών Τούρκων και Κούρδων μαχητών στις ανατολικές επαρχίες της χώρας"Growing Unease Over Turkish Jihadists in Syria", Voice of America. Οι αρχές επέτρεπαν σε πληθώρα ισλαμιστικών οργανώσεων τη στρατολόγηση μαχητών και την ελεύθερη διέλευση των συνόρων. Ήλπιζαν προφανώς ότι υπό την ενωτική κραυγή του ισλάμ οι Κούρδοι της Συρίας θα εγκατέλειπαν τις αυτονομιστικές διαθέσεις τους, επικίνδυνο παράδειγμα για τους ομοεθνείς τους της Τουρκίας.

Τη διαπλοκή κράτους και παρακράτους με τους τζιχαντιστές κατέδειξαν περίτρανα δύο γεγονότα το 2015. Το πρώτο ήταν η κατά διαταγή του περιφερειάρχη της Ούρφα σύλληψη τριών δημοσιογράφων βάσει του αντιτρομοκρατικού νόμου. Ο λόγος; Τόλμησαν να τον ρωτήσουν σε συνέντευξη Tύπου αν έχει καταγραφεί δράση του Ισλαμικού Κράτους στην περιφέρειά του!Το εξωφρενικό περιστατικό έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2015, λίγο πριν την σφαγή των 33 αριστερών και φιλοκούρδων ακτιβιστών στην περιοχή τον Ιούλιο του ιδίου έτους.  Το δεύτερο αφορά στην σύλληψη δύο κορυφαίων δημοσιογράφων της αντιπολιτευόμενης εφημερίδας Τζουμχουριέτ. Οι Τζιαν Ντιουντάρ και Ερντέμ Γκιουλ συνελήφθησαν πάλι με βάση τον αντιτρομοκρατικό νόμο και με την κατηγορία μάλιστα της κατασκοπείας. Είχαν αποκαλύψει αυτό που όλοι υποψιαζόμασταν, ότι φορτηγά των μυστικών υπηρεσιών (ΜΙΤ) μετέφεραν οπλισμό σε ισλαμιστές Τουρκομάνους μαχητές στην βόρεια Συρία. Η δικαστική τους περιπέτεια συνεχίζεται.

Το φιάσκο της πολιτικής στη Συρία
Το μεγαλόπνοο σχέδιο της πρόσδεσης της Συρίας στο νέο-Οθωμανικό άρμα απέτυχε παταγωδώς. Ο Έρντογαν είχε υποτιμήσει και τις δυνάμεις και την ευρύτατη, τελικά, στήριξη του Άσαντ. Οι περισσότεροι Κούρδοι της Συρίας ζητούν αυτονομία, όχι ένωση υπό ισλαμικό μανδύα. Όλες οι θρησκευτικές μειονότητες, έντρομες με τα έκτροπα των τζιχαντιστών, στηρίζουν τον Σύρο πρόεδρο. Ο μεγαλομανής Τούρκος ηγέτης την πάτησε χορεύοντας με τους λύκους των τζιχαντιστών, όπως την πάτησαν και οι Αμερικανοί με τους μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν.
Το τζιχάντ είναι μία ιδεολογία τόσο προσηλωμένη στους εξωφρενικούς στόχους της, που δεν αναγνωρίζει παρά εφήμερες συμμαχίες συμφέροντος. Ήταν αναπόφευκτο πως οι ενδυναμωμένοι με τουρκικά χρήματα και όπλα τζιχαντιστές της Συρίας θα εστίαζαν κάποια στιγμή στο γεγονός ότι η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ και σύμμαχος των ΗΠΑ. Ότι θα την κατέτασσαν στη “σφαίρα των απίστων”. Δεν είναι τυχαίο πως η πρόσφατη επίθεση σημειώθηκε την επαύριο της αποκατάστασης των σχέσεων της Τουρκίας με τη Ρωσία και το Ισραήλ, εξέλιξη  που εξόργισε το Ισλαμικό Κράτος.
Η Τουρκία πληρώνει ακριβά την άμετρη φιλοδοξία και τα παιγνίδια με την φωτιά του επί δεκατέσσερα έτη αδιαφιλονίκητου μονοκράτορά της. Αλλά δεν είναι “ο εκ Συρίας ερχόμενος κίνδυνος” που έκανε πολλούς από εμάς –Τούρκους και ξένους παροίκους– να εγκαταλείψουμε την Πόλη σε μεγάλο αριθμό μετά το 2014. Η τρομοκρατία από μόνη της δεν θα μας έδιωχνε. Έστω κι αν φαίνεται πως τα χτυπήματα δεν θα κοπάσουν στο άμεσο μέλλον. Ίσως μάλιστα να μας πείσμωνε να αγωνισθούμε με νύχια και με δόντια να κρατηθούμε στην Πόλη. Δυστυχώς όμως δεν άλλαξε μονάχα η κατάσταση ασφαλείας. Άλλαξε η καθημερινότητά μας ολόκληρη, και άλλαξε ριζικά.

Η σταδιακή τερατογένεση της μονοκρατορίας του Έρντογαν
Όταν εγκαταστάθηκα στην Πόλη το 2003, βρέθηκα σε μία χώρα που επούλωνε τα τραύματά της από τη χειρότερη οικονομική κρίση της νεότερης ιστορίας της. Ήταν μια χώρα όπου το μικρότερης αξίας χαρτονόμισμα που κυκλοφορούσε ήταν αυτό του ενός εκατομμυρίου λιρών. Ήταν όμως ταυτόχρονα και μία χώρα εμμονικά προσηλωμένη στο όραμα της ευρωπαϊκής της ένταξης. Όσο κι αν δεν πίστεψα ποτέ σε μια τέτοια πιθανότητα ευρωπαϊκής ένταξης της Τουρκίας, η προοπτική των ενταξιακών διαπραγματεύσεων αποτελούσε για χρόνια το καλύτερο κίνητρο για μια γενναία σειρά νομικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων που πέρασε η πρώτη κυβέρνηση του ΑΚΡ (2002-2007). Ήταν, κατά γενική ομολογία, τα καλύτερα χρόνια της πρόσφατης ιστορίας της Τουρκίας.
Η πρώτη εκείνη κυβέρνηση της “μεταπολίτευσης του 2002”, που διέλυσε την κεμαλική πολιτική τάξη, έκανε τα πάντα σωστά. Για πρώτη φορά ενισχύθηκαν οι συνταγματικές προστασίες των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων. Άρχισε μια διαδικασία που γενιές είχαν ποθήσει: ο σταδιακός εξοβελισμός των ενόπλων δυνάμεων από τον δημόσιο βίο, προς μεγάλο ενθουσιασμό όχι μόνο των ψηφοφόρων του, αλλά και της φιλελεύθερης διανόησης και όλων των προοδευτικών δυνάμεων. Οι τελευταίες στήριξαν τον Έρντογαν και το ΑΚΡ στην αντιπαράθεσή τους με το στράτευμα και το κεμαλικό παρακράτος. Δημιουργήθηκε έτσι μια ευρύτατη πολιτική συμμαχία μεταξύ ιδεολογικών χώρων που δεν είχαν, κατά τα λοιπά, τίποτα κοινό. Ήταν η εποχή όπου «έστω και για λίγα χρόνια, αισθανθήκαμε πως το κράτος μας αντιμετωπίζει σαν ανθρώπους», όπως λέει φίλος πανεπιστημιακός που πρόσφατα απελύθη κακήν κακώς από το πανεπιστήμιο όπου εργαζόταν για “αποσχιστική προπαγάνδα”.
Παράλληλα, η πρώτη κυβέρνηση Έρντογαν κήρυξε τον πόλεμο στην παροιμιώδη γραφειοκρατία και τον οικονομικό εθνικισμό. Η οικονομία δεν άνοιξε απλώς στις ξένες επενδύσεις, άρχισε να τις κυνηγά επίμονα. Ένας πακτωλός ξένων κεφαλαίων άρχισε να ρέει στη χώρα, οι ιδιωτικοποιήσεις γέμισαν τα ταμεία του άλλοτε χρεωκοπημένου κράτους και η οικονομία άρχισε να καλπάζει. Τουρκικές εταιρείες ξανοίχθηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και σύντομα τα προϊόντα τους σάρωσαν τις αγορές της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής, της Κεντρικής Ασίας, μέχρι και της Άπω Ανατολής. Για πρώτη φορά ξημέρωνε στην Τουρκία μία εποχή παχιών αγελάδων και η κοινωνία άρχιζε να αισιοδοξεί, υπέρμετρα ίσως, για ένα καλύτερο μέλλον.

Θυμάμαι εκείνες τις μέρες σαν να πρόκειται για μιαν άλλη χώρα. Θυμάμαι πώς άρχισαν να συζητούνται στον τύπο πρωτάκουστα ταμπού, από την γενοκτονία των Αρμενίων μέχρι το εάν η τουρκική παρουσία στην βόρεια Κύπρο αποτελεί κατοχή. Θυμάμαι τα ράφια των βιβλιοπωλείων στο Πέρα γεμάτα βιβλία ανατρεπτικά. Η Πόλη ήταν τότε the place to be, μαγνήτης που έθελγε, εκτός από τους συνήθεις υπόπτους των πολυεθνικών και των επενδύσεων, τους μποέμ από ολόκληρη την Ευρώπη και παραπέρα.
Η αλλαγή προς την απόλυτη μονοκρατορία του Έρντογαν έγινε σιγά, σιωπηλά, ύπουλα· η τερατογένεση κράτησε χρόνια. Τα πρώτα σημάδια ήλθαν με την προεδρική εκλογή του 2007. Τότε η απόφαση του τότε πρωθυπουργού Έρντογαν να προωθήσει τον στενό του συνεργάτη Αμπντουλάχ Γκιουλ στον προεδρικό θώκο προκάλεσε μαζικές αντιδράσεις και κλίμα σοβαρής πόλωσης. Μέχρι τότε, η προεδρία παρέμενε προπύργιο των κεμαλιστών και, ως τέτοιο, συνταγματικός φραγμός στην άμετρη φιλοδοξία του Έρντογαν. Οι κεμαλιστές μιλούσαν για “κρυφή ισλαμιστική ατζέντα” του πρωθυπουργού.
Εμείς γελούσαμε μαζί τους. Τους κεμαλιστές παλιάς κοπής, με τον αταβιστικό, ξενόφοβο εθνικισμό τους, τον παλιάς κοπής κρατισμό και τη στρατοκρατική λογική τους δεν είναι να τα παίρνεις και πολύ στα σοβαρά. Θα έπρεπε να είχαμε δώσει μεγαλύτερη σημασία στο ίδιο το μήνυμα, παρά στον φορέα του. Πανηγυρίζαμε όμως το ροκάνισμα της κηδεμονίας του στρατεύματος στον πολιτικό βίο κι επιμέναμε να ελπίζουμε σε ένα λαμπρό μέλλον ελευθερίας.
Η βουλή απέτυχε να εκλέξει πρόεδρο με την προβλεπόμενη αυξημένη πλειοψηφία και διαλύθηκε. Οι εκλογές του 2007 έγιναν σε ένα κλίμα πόλωσης που για πρώτη φορά έβλεπα στην Τουρκία. Θυμάμαι τα ογκώδη συλλαλητήρια των κεμαλιστών, που σημάδεψαν την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2007. Θυμάμαι επίσης πως τότε ακόμα όλοι μου οι φίλοι προτιμούσαν να καταπιούν ένα κουτί καρφιά παρά να πάρουν τους δρόμους με τους κεμαλιστές, που κατέβαιναν με πανώ “Ο στρατός στο καθήκον του”. Όσο κι αν μας ανησυχούσε η φιλοδοξία και η ολοένα διαφαινόμενη αυταρχικότητα του Έρντογαν, πλάι στους υμνητές της στρατοκρατίας και των πραξικοπημάτων δεν θα διαδηλώναμε.
Στις εκλογές του 2007 θριάμβευσε το ΑΚΡ. Οδήγησε τη χώρα σε συνταγματικό δημοψήφισμα, ώστε η εκλογή προέδρου να γίνεται εφεξής απευθείας από τον λαό. Η αλλαγή έγινε δεκτή με μεγάλη πλειοψηφία και με τη στήριξη σύσσωμης της προοδευτικής διανόησης. Παρότι γνωρίζαμε ήδη πως σχέδιο του Έρντογαν ήταν να διεκδικήσει εν καιρώ την προεδρία ακολουθώντας το μοντέλο Πούτιν-Μεντβέντεβ, φοβόμασταν ακόμα τότε τον στρατό. Θυμάμαι τα σχέδια “διαφυγής” που οργανώναμε τότε με τους φίλους μου στο Πέραν –πώς, αν τυχόν γινόταν πραξικόπημα, θα τρέχαμε από τα πίσω στενά ως το ελληνικό προξενείο, λίγο παρακάτω, και ποια απαραίτητα θα παίρναμε μαζί. Πόσα χρήματα έπρεπε να έχουμε κρυμμένα σπίτι “για μιαν ώραν ανάγκης”
Η ύστατη προσπάθεια των κεμαλιστών ήταν η απόπειρα προσφυγής στο συνταγματικό δικαστήριο, με αίτημα την απαγόρευση του ΑΚΡ ως «αντιβαίνον στις αρχές του κοσμικού κράτους». Ήταν μια συνταγή που είχαν δοκιμάσει πολλές φορές στο παρελθόν οι κεμαλικές δυνάμεις, απαγορεύοντας ισλαμικά κόμματα. Μόνο που αυτά επανιδρύονταν με διαφορετικό όνομα, και το θέατρο συνεχιζόταν. Το μεν συνταγματικό δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή, η δε περιπέτεια έδωσε μεγαλύτερο πάτημα στον Έρντογαν και το κόμμα να εμφανίζονται ως οι αιωνίως κατατρεγμένοι…
Τώρα που γυρίζω πίσω, νοητά, στα χρόνια εκείνα, νομίζω πως από τη δικαστική εκείνη νίκη και μετά ο Έρντογαν και το κόμμα σκλήρυναν. Ο Τύπος άρχισε να διαμαρτύρεται για τους συνεχείς διορισμούς εγκαθέτων της κυβέρνησης στην προεδρία των ανώτατων δικαστηρίων, στο διπλωματικό σώμα, στα σώματα ασφαλείας αλλά, σιγά σιγά, και στις ίδιες τις ένοπλες δυνάμεις. Επιχειρηματίες της αυλής του Έρντογαν άρχισαν να αγοράζουν εφημερίδες και κανάλια, ώσπου τα μέσα ενημέρωσης που δεν συμπλέουν με την κυβέρνηση να αποτελέσουν ισχνή μειοψηφία. Όλως τυχαίως, οι “ημέτεροι” επιχειρηματίες κέρδιζαν πάντοτε τους πλειστηριασμούς κατά τις ιδιωτικοποιήσεις.
Παράλληλα, το 2008 άρχισε ένας κανονικός διωγμός στρατιωτικών, δημοσιογράφων και μορφών του ακροδεξιού χώρου, με ομιχλώδεις κατηγορίες περί σχεδιαζόμενου πραξικοπήματος κατά της εκλεγμένης κυβέρνησης. Η περίφημη υπόθεση Εργκένεκον απεδείχθη, χρόνια αργότερα, πως δεν ήταν παρά μία καλοστημένη φάρσα. Πολλοί μεταξύ των τότε κατηγορουμένων ανήκαν στην ακροδεξιά: μέλη των άλλοτε ταγμάτων θανάτου των ειδικών δυνάμεων που δρούσαν κατά των αντιφρονούντων επί Τανσού Τσιλέρ, εθνικιστικές ομάδες “ιδεολογικής κρούσης”, η εγγονή του διαβόητου “Τουρκο-ορθόδοξου Πατριάρχη” παπα-Εφτίμ. Έτσι πολλοί προτιμήσαμε να γελάσουμε με το πάθημά τους παρά να προβληματισθούμε για πολύ με τις λεπτομέρειες της δικογραφίας…

Η “θρήσκα γενιά”
Αλλά και για εκείνους τους νέους για τους οποίους οι πολιτικές εξελίξεις θα φάνταζαν απόμακρες, οι σημαντικές αλλαγές στην καθημερινότητα τις έφερναν πολύ πιο κοντά. Ξαφνικά, η ένταση του καλέσματος του μουεζίνη άρχισε να ανεβαίνει σταδιακά, ώσπου να γίνει σχεδόν εκκωφαντική. Οι τιμές των αλκοολούχων ποτών, ήδη υψηλότατες, άρχισαν να ανεβαίνουν ιλιγγιωδώς. Στο Πέραν, την καρδιά της διασκέδασης στην Πόλη, η ελεγχόμενη από το ΑΚΡ δημαρχία έπαυσε να εκχωρεί νέες άδειες σε εστιατόρια για την πώληση οινοπνευματωδών, ενώ οι εξωφρενικές τιμές για την διατήρηση των υφισταμένων ανάγκασαν πολλά εστιατόρια να τις αποσύρουν. Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νοσοκομεία, τα αεροδρόμια, τα πανεπιστήμια γέμισαν με γυναίκες με ισλαμικές μαντήλες. Οι φήμες ότι δεν μπορούσες να βρεις απασχόληση αν δεν φορούσες το μισητό για πολλές κομμάτι ύφασμα άρχισαν να οργιάζουν.
Μεγάλη πικρία προκάλεσαν σε όλους εμάς που γοητευμένοι διαλέξαμε την Πόλη για σπίτι μας οι σαρωτικές επεμβάσεις “αστικής ανάπλασης”. Η ξαφνική εκτίναξη της τουρκικής οικονομίας μετέτρεπε, σιγά σιγά, μεγάλο μέρος της Πόλης σε μία Ντίσνεϊλαντ για νεόπλουτους. Με την αντιπολίτευση κατακερματισμένη και χωρίς όραμα, έχοντας τον πλήρη έλεγχο της προεδρίας και των ανώτατων δικαστηρίων, αντιμέτωπη με έναν πληθυσμό που σπανίως διαμαρτύρεται και ακόμη σπανιότερα διαδηλώνει, η κυβέρνηση βρήκε το πεδίο ελεύθερο να ασελγήσει κερδοσκοπικά πάνω στο αστικό τοπίο. Ιστορικές συνοικίες της Πόλης, όπως ο άλλοτε ρωμιομαχαλάς του Ταρλάμπασι, έπεσαν θύμα της μπουλντόζας, ώστε “ημέτεροι” εργολάβοι να θησαυρίσουν από την κατασκευή και πώληση νεόδμητων διαμερισμάτων. Ιστορικά κτίρια, πάρκα και μνημεία αφανίσθηκαν για να δώσουν τη θέση τους σε υπεραγορές.
Στο μεταξύ ο Έρντογαν είχε μία γνώμη επί παντός επιστητού, και δεν δίσταζε καθόλου να την εκφράζει. Αντί να προσπαθήσει να αμβλύνει την ολοένα διογκούμενη πόλωση, έκανε συχνά λόγο για τη “θρήσκα γενιά” που θα ανέτρεφε η διακυβέρνησή του. Παρότρυνε κάθε Τούρκισσα να κάνει «τουλάχιστον τρία παιδιά» για το καλό της χώρας, ενώ δεν παρέλειπε να στηλιτεύει τον φεμινισμό λέγοντας πως «άνδρας και γυναίκα δεν μπορεί να είναι ίσοι, καθώς είναι από την φύση τους διαφορετικοί» (η Εταιρεία Τουρκικής Γλώσσας δυστυχώς δεν παρενέβη για να του επισημάνει την διαφορά μεταξύ του ίσος και του ίδιος!). Απεφάνθη πως «μουσουλμάνοι δεν είναι δυνατόν να διαπράξουν ποτέ γενοκτονία», ενώ διακήρυσσε πως «όποιος πίνει αλκοόλ είναι αλκοολικός». Απηύθυνε έκκληση «στη γειτονιά» να μεριμνήσει ώστε άγαμα ζευγάρια νέων να μην συγκατοικούν και διαφθείρουν τα ήθη. Με διαταγή του απαγορεύθηκαν τα τραπεζάκια των καφέ, μπαρ και εστιατορίων στους δρόμους του Πέρα, σκοτώνοντας τη ζωή αλλά και την ατμόσφαιρα της περιοχής.

Και ξαφνικά, το 2013, η εξέγερση
Η ευαισθητοποίηση για να σωθεί το πάρκο Γκεζί από το σχέδιο ανοικοδόμησης ενός γκρεμισμένου Οθωμανικού στρατώνα, που θα λειτουργούσε ως υπεραγορά (!), έδωσε το πρόσχημα για τον λαϊκό ξεσηκωμό. Αυτήν τη φορά δεν ήταν οι κεμαλιστές νοσταλγοί της στρατοκρατίας. 
Ήταν “το άλλο 50%” που δεν στήριζε τον Έρντογαν και το ΑΚΡ. Τον Μάιο και Ιούνιο του 2013 η εξέγερση ένωσε κεμαλικές, εθνικιστικές, κομμουνιστικές και κουρδικές νεολαίες με το φεμινιστικό και LGBT κίνημα, με οικολόγους, αναρχικούς και “αντικαπιταλιστές μουσουλμάνους”. Και κάτω από αυτήν την ομπρέλα ενώθηκε μια ολόκληρη γενιά, που οι γονείς της –από φόβο, θυμούμενοι την καταστολή της χούντας Εβρέν– της είχαν εμφυσήσει την ανάγκη να είναι “χαμηλών τόνων” και απολιτίκ.
Τα γεγονότα του Γκεζί ήταν “η πιο μεγάλη ώρα” της γενιάς αυτής. Κι εμείς, οι ξένοι πάροικοι της Πόλης, συμμετείχαμε μαζικά. Θελήσαμε να διαμαρτυρηθούμε για τη διολίσθηση της χώρας στον αυταρχισμό ενός παράφρονος, στην καταστολή και την ισλαμοποίηση. Συμμετείχαμε ως ελάχιστο χρέος απέναντι σε μια κοινωνία που μας αγκάλιασε και απέναντι στους φίλους και τους γείτονές μας, που έβλεπαν την χώρα τους να χάνεται και τους εαυτούς τους να γίνονται ξένοι στην ίδια τους τη γη. Δυστυχώς όμως η εξέγερση κατεπνίγη από τη βίαιη καταστολή και η ευκαιρία για αλλαγή πορείας, για μία πιο συναινετική πολιτική χωρίς πολωτικούς και εμφυλιοπολεμικούς τόνους, χάθηκε. 
Όποιος είχε δει την κατρακύλα στον αυταρχισμό πριν το Γκεζί, εύκολα φανταζόταν τη σκλήρυνση και την εκδικητική πολιτική που θα ακολουθούσε. Η θηλιά που για χρόνια αισθανόμασταν να μας σφίγγει, μας έπνιξε επικίνδυνα. Ροπαλοφόροι αλήτες περιδιάβαιναν τις γειτονιές της Πόλης κυνηγώντας οποιονδήποτε θεωρούσαν εχθρό του “αρχηγού”, σπάζοντας τα καταστήματα Αλεβιτών και Κούρδων και λιντσάροντας οποιονδήποτε έτρωγε ή κάπνιζε δημόσια κατά τη νηστεία του Ραμαζανίου. Η ελπίδα για καλύτερες μέρες έσβησε σε πολλούς από εμάς. Πόσοι ξένοι και πόσοι Τούρκοι φίλοι έφυγαν από το 2013 ως σήμερα από την Πόλη, πόσοι Τούρκοι γνωστοί μου προσπαθούν απεγνωσμένα να αποκτήσουν ένα δεύτερο διαβατήριο, έχω χάσει τον υπολογισμό.
Η δική μου εμπειρία εν προκειμένω είναι νομίζω χαρακτηριστική. Κάποια στιγμή, ένα τυχαίο συνήθως περιστατικό, σε ξυπνά σε μία πραγματικότητα που δεν σου αρέσει, και αποφασίζεις (αν μπορείς βέβαια) να φύγεις. Το 2014 καθόμουν με έναν Τούρκο φίλο σε ένα trendy καφέ του Γαλατά, που είχε πρόσφατα ανοίξει. Έπαιζε απαλή μουσική. Ξαφνικά, το κάλεσμα του μουεζίνη, και ο ιδιοκτήτης έκλεισε την μουσική. Μείναμε να κοιταζόμαστε. Εκκωφαντική η φωνή του μουεζίνη, εκκωφαντική η σιωπή στο καφέ. Παραγγείλαμε, θυμάμαι, καφέ και τιραμισού. Το γλυκό που μας έφερε έμοιαζε με τιραμισού, αλλά δεν είχε λικέρ. «Ξέρετε, διαμαρτύρονται πολλοί πελάτες μας που δεν θέλουν το αλκοόλ». Ποτέ δεν είχα ξαναδεί τέτοια υποταγή του κοσμικού στο θρησκευτικό στην Πόλη. Όχι σε αυτήν την περιοχή, όχι σε παρόμοιο καφέ που προσελκύει, υποτίθεται, ένα συγκεκριμένο κοινωνικό-ιδεολογικό προφίλ. Σιχτίρ, είπα, θέλω να γυρίσω στο σπίτι μου.

Σήμερα επιστρέφω στην Πόλη για να δω τους φίλους που άφησα πίσω. Μπορώ να πω με βεβαιότητα πως είναι οι μόνοι που μου λείπουν. Όχι, δεν μου έλειψε η Πόλη του σήμερα. Μου λείπει πολύ η Πόλη που ήξερα, η Πόλη που είχα γνωρίσει μια δεκαετία πριν. Στη σημερινή Πόλη, αν και ξέρω κάθε γωνιά σε πολλές συνοικίες της, αισθάνομαι ξένος. Αισθάνομαι ασφυξία.
Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πότε και πώς ο μεγαλομανής μονοκράτωρ θα αποχωρήσει από το πολιτικό σκηνικό. Το μόνο βέβαιο όμως είναι πως θα αφήσει μια Τουρκία πολύ διαφορετική από εκείνη που παρέλαβε. Και δυστυχώς, καθόλου καλύτερη. Μέχρι τότε, οι τρομοκράτες θα σκοτώνουν ό,τι αγαπήσαμε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου