Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Πως η εκμάθηση των αρχαίων ελληνικών συμβάλλει στην ψυχοδιανοητική ανάπτυξη του παιδιού, της Ειρήνης Μαυροπούλου

Πολὺς λόγος ἔχει γίνει τὰ τελευταῖα χρόνια διεθνῶς γιὰ τὴν ὠφελιμότητα τῆς γνώσεως τῶν ἀρχαίων γλωσσῶν. Ἔρευνες σὲ ἀρχαῖες γλῶσσες (Λατινικὰ καὶ ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ) ἐνισχύουν τὴν θέσι ὅτι ἡ γνῶσις τῶν ἀρχαίων γλωσσῶν συμβάλλει ποικιλοτρόπως στὴν ψυχοδιανοητικὴ ἀνάπτυξι τῶν μαθητῶν Πρωτοβάθμιας καὶ Δευτεροβάθμιας Ἐκπαιδεύσεως, ἐνῶ ἄλλες ἐξετάζουν νέους τρόπους διδασκαλίας σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν χρῆσι τῶν νέων τεχνολογιῶν.

Εἶναι ἐνδεικτικὸν ὅτι τὸ APA (American Philological Association) ἐγκαινίασε τὸ 2011 τὸ Ἀμερικανικὸ Κέντρο Ἐρευνῶν  γιὰ τὶς Κλασσικὲς Γλῶσσες (American Center for Classics Research and Teaching).
Στὴν Ἀμερικὴ ἔχουν ἤδη γίνει προσπάθειες στατιστικῆς ἐπεξεργασίας τῶν ἐπιδόσεων τῶν μαθητῶν ποὺ παρακολούθησαν προγράμματα Λατινικῶν καὶ/ἤ Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν σὲ σχολεῖα.
Τὰ πρῶτα σχέδια ἐργασίας (Projectς) διδασκαλίας τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης στὸ Δημοτικὸ σὲ σχολεῖα τῆς Ἀγγλίας, καὶ δύο ἔρευνες στὴν Ἑλλάδα, ἔφεραν ἐπίσης θετικὰ ἀποτελέσματα. Σιγὰ σιγὰ ξεκινοῦν καὶ ἔρευνες μὲ τὴν συνδρομὴ τῶν νευροεπιστημόνων.

1. Διεθνεῖς ἔρευνες καὶ ἐρευνητικὰ σχέδια ἐργασίας (research projectς) μεγάλης κλίμακας

1α. Ἀγγλία
Ἐξαιρετικὴ ἐπιτυχία σημειώνει τὸ πρόγραμμα «Τhe Ιris Project-Greek in schools», τὸ ὁποῖο ἐφαρμόσθηκε κατὰ τὰ ἔτη 2010/11 σὲ Δημοτικὰ σχολεῖα τῆς Ἀνατολικῆς Ὀξφόρδης, σὲ μαθητὲς 7-10 ἐτῶν,  καὶ συνεχίζεται σὲ περισσότερα σχολεῖα, καθὼς παρατηρήθηκε ἐκπληκτικὴ βελτίωσις  ἀκόμη καὶ στὸ καθημερινὸ λεξιλόγιο τῶν παιδιῶν. Τὰ μαθήματα, διαρκείας μίας ὥρας, σχεδιάστηκαν ἀπὸ τὴν Dr Lorna Robinson μὲ στόχο νὰ γνωρίσουν στὰ παιδιὰ ἕναν ὑψηλὸ πολιτισμὸ καὶ νὰ τοὺς ἐξηγήσουν πῶς ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα μορφοποίησε τὴν Ἀγγλικὴ γλῶσσα καὶ τὸν σημερινὸ κόσμο μας. Ἐπίσης εἶναι ὑπεύθυνη γιὰ τὴν ἔκδοσι τοῦ περιοδικοῦ Iota γιὰ τὰ παιδιὰ τοῦ Δημοτικοῦ μὲ ἀνάλογα θέματα.
Ἡ γνῶσις τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, λένε οἱ ἐρευνητές, μπορεῖ νὰ ἐνισχύση τὴν ἱκανότητα ἐκμαθήσεως ξένων γλωσσῶν καὶ νὰ ὀξύνη τὴν ἀντιληπτικὴ ἱκανότητα τῶν παιδιῶν καὶ τὶς γλωσσικές τους δεξιότητες. Ἡ διδασκαλία τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν εἶναι μία νέα προσέγγισις στὴν ἐκπαίδευσι, ἡ ὁποία ἐνισχύει καὶ ἐμπλουτίζει τὸ Πρόγραμμα Σπουδῶν καὶ τὴ βασικὴ ἐκπαίδευσι, μὲ σκοπὸ νὰ βελτιώση τὴν ἐπίδοσι τῶν μαθητῶν σὲ πολλὲς θεματικὲς περιοχές. «Τὸ πᾶν εἶναι νὰ κάνης τὴν ἐκμάθησι τῶν κλασικῶν γλωσσῶν εὐχάριστη καὶ ἑλκυστικὴ γιὰ τὰ παιδιὰ μὲ ἕνα τρόπο κατάλληλο γιὰ τὴν ἡλικία τους»,  εἶπε ἡ ὑπεύθυνη τοῦ προγράμματος L. Robinson.
            Στὰ πλαίσια τοῦ Iris Project, ὁ Boris Johnson μίλησε στὸ King's College τοῦ Λονδίνου γιὰ τὴν σημασία τῶν κλασικῶν σπουδῶν στὰ σχολεῖα (Ἰούνιος 2011).  Μετὰ ἀπὸ τὴν διάλεξί του, τὸ  King's College ἄρχισε νὰ στέλνη ἐθελοντὲς φοιτητὲς τοῦ κλασικοῦ τομέα νὰ διδάξουν Λατινικὰ σὲ Δημοτικὰ σχολεῖα ὑποβαθμισμένων περιοχῶν. Οἱ φοιτητὲς ἐργάστηκαν μὲ χιλιάδες παιδιά σὲ πολυπληθεῖς τάξεις, μεικτὲς ὡς πρὸς τὸ γνωστικὸ ἐπίπεδο τῶν μαθητῶν.  Τὰ Πανεπιστήμια Durham καὶ  Nottingham  παρέχουν ἐπίσης φοιτητὲς σὲ τοπικὰ σχολεῖα, γιὰ νὰ διδάξουν Λατινικά.
Ἡ ἐπιτυχία ποὺ γνώρισε στὰ σχολεῖα τῆς Πρωτοβάθμιας Ἐκπαιδεύσεως ἡ μέθοδος  ἐκμαθήσεως τῆς Λατινικῆς Γλώσσης, Minimus (130.000 ἀντίτυπα), ὁδήγησε στὸν σχεδιασμὸ κι ἑνὸς ἀντιστοίχου κλασσικοῦ ἑλληνικοῦ προγράμματος Mikromus (Classical Greek Mikromus project) ἀπὸ τὴν  JACT. Ἕνα δοκιμαστικὸ σχέδιο ἔχει ξεκινήσει ἀπὸ τὸ 2010 στὴν Northumberland, τὸ ὁποῖο βασίζεται σὲ μία σειρὰ μαθημάτων, ὅπου ἕνα ποντίκι ταξιδεύει στὴν Ἀθήνα. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προγράμματος ἀναμένονται.
Τὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Cambridge διατηρεῖ μόνιμο ἐρευνητικὸ Κέντρο CSCP  (The Cambridge School Classics Project) ποὺ διεξάγει ἔρευνες στὶς κλασσικὲς γλῶσσες καὶ ἐφαρμόζει σχέδια ἐργασίας σχετικὰ μὲ τὶς κλασσικὲς σπουδὲς στὴν Πρωτοβάθμια καὶ Δευτεροβάθμια Ἐκπαίδευσι.
Τὸ 1997/8 σχεδίασε καὶ ἐφάρμοσε τὸ ἐρευνητικὸ πρόγραμμα GRIPS (The Greeks and Romans in Primary schools) σὲ δύο δικά του σχολεῖα καὶ ἐν συνεχείᾳ σὲ 10 ἄλλα Δημοτικὰ τῆς χώρας ἀγροτικῶν καὶ ἀστικῶν περιοχῶν (μὲ κοινωνικοοικονομικὲς διαφορές). Ἡ ἔρευνα διεξήχθη μὲ ἐρωτηματολόγια καὶ συνεντεύξεις πρὸς τοὺς δασκάλους, τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς μαθητές.
Φάνηκε ὅτι οἱ κλασσικὲς σπουδές  ἐνταγμένες στὸ μάθημα τῆς Ἱστορίας βελτίωσαν τὴν ἀναγνωστικὴ ἱκανότητα, τὴν παραγωγὴ γραπτοῦ καὶ προφορικοῦ λόγου καὶ τὴν ἐνεργητικὴ συμμετοχὴ τῶν παιδιῶν, ἀκόμα καὶ τῶν παιδιῶν μὲ μαθησιακὲς δυσκολίες.
Βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς τῆς ἐρεύνης τὸ 2000 σχεδιάσθηκε καὶ ἐφαρμόσθηκε τὸ πρόγραμμα «The Iliad Project» μὲ σκοπὸ τὴν  προφορικὴ ἀφήγησι τοῦ Τρωικοῦ πολέμου, βασισμένη στὴν Ἱλιάδα τοῦ Ὁμήρου, γιὰ τὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευσι.
Τώρα τὸ CSCP διερευνᾶ τὴν ἐπίδρασι τῆς ἐκμαθήσεως Λατινικῶν στὴν δυσλεξία. Τὰ ἀποτελέσματα ἀναμένονται.
Ὁ συγγραφέας Dr Peter Jones  καὶ ἡ Jeannie Cohen (ὡς ἱδρυτικὰ μέλη τῆς Ἑταιρείας “ Friends of Classics”)  ἀνέλαβαν μία μεγάλη ἔρευνα ποὺ γινόταν γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Ἀγγλία: νὰ διερευνήσουν τί ἐπίδρασι εἶχε τὸ μάθημα τῶν Λατινικῶν ἤ τῶν Ἑλληνικῶν  στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, πολλὰ χρόνια μετὰ τὸ πέρας τῆς διδασκαλίας. Τὰ ἀποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στὶς 24-9-2011. Σὲ πεντάβαθμη κλίματα (ἄχρηστο, σχεδὸν ἄχρηστο, ΟK, ἀρκετὰ ὠφέλιμο, πολὺ ὠφέλιμο) αὐτοὶ ποὺ ἀπήντησαν ὠφέλιμο ἤ ἀρκετὰ ὠφέλιμο γιὰ τὴν ποιότητα τῆς μετέπειτα ζωῆς τους ἦταν τὸ 77% τοῦ δείγματος. Ἐξ ἴσου ἐντυπωσιακὸ ἦταν τὸ ποσοστό ὅσων ἀπήντησαν ὅτι ὠφελήθηκαν στὴν ἐπαγγελματική τους ζωή. Δεδομένου ὅτι τὰ 2/3 τῶν ἐρωτηθέντων ἦταν ἄνω τῶν 50 ἐτῶν, ἡ τελευταία ἐπαφὴ μὲ τὶς κλασικὲς σπουδὲς ἦταν πρὶν ἀπὸ 35 ἔτη. Οἱ πιὸ συχνοὶ λόγοι ποὺ ἀναφέρθηκαν ἦταν: καλλίτερη κατανόησις καὶ χρῆσις τῆς Ἀγγλικῆς γλώσσης καὶ ἄλλων γλωσσῶν, λεκτικὴ ἱκανότητα (verbal sensitivity), ἀκρίβεια καὶ σαφήνεια στὴν ἐπικοινωνία, κατανόησις τῶν ἰδεολογικῶν, πολιτικῶν καὶ πολιτιστικῶν θεμελίων τοῦ δυτικοῦ κόσμου. 

1β. Η.Π.Α
Ἡ Alice K. DeVane (1997) στὸ ἄρθρο της «Efficacy of Latin Studies in the Information Age», συνοψίζει τὶς ἔρευνες μίας τουλάχιστον δεκαετίας στὴν Ἀμερικὴ γιὰ τὴν ὠφελιμότητα τῶν κλασσικῶν σπουδῶν. Ὅλες  οἱ ἔρευνες κατέδειξαν ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν Λατινικῶν ἤ/καὶ Ἑλληνικῶν - μὲ τεχνικὲς τῶν «ζωντανῶν» γλωσσῶν- σὲ ὅλες τὶς βαθμίδες καὶ ἰδιαιτέρως στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευσι ἔφερε θετικὰ ἀποτελέσματα, καθὼς οἱ μαθητὲς παρουσίασαν καλλίτερες ἐπιδόσεις στὰ Ἀγγλικὰ (εἴτε ἦταν ἡ μητρική τους γλῶσσα εἴτε ὄχι), στὴν ἐκμάθησι ἄλλων ξένων γλωσσῶν καὶ στὴν κριτικὴ σκέψι. Οἱ μαθητὲς τῆς Δευτεροβάθμιας ἐκπαιδεύσεως ὑπερεῖχαν ὄχι μόνο στὰ γλωσσικὰ τὲστ (SAT καὶ ACT) ἔναντι τῶν  συνομηλίκων τους, ἀλλὰ καὶ στὰ Μαθηματικά. Ὅλοι οἱ ἐρευνητὲς διεπίστωσαν ὅτι σὲ μαθηματικοὺς  ὑπολογισμούς, στὴν κατανόησι ἐννοιῶν καὶ τὴν «ἐπίλυσι προβλήματος» ὑπερτεροῦσαν σημαντικὰ οἱ μαθητὲς ποὺ εἶχαν διδαχθῆ Λατινικὰ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ δὲν εἶχαν διδαχθῆ. Ἐπὶ πλέον διεπιστώθη ἡ θετικὴ ἐπίδρασις τοῦ μαθήματος  στὴν αὐτοαντίληψι τῶν μαθητῶν, στὴν ἐνεργοποίησί τους (motivation) καὶ στὴν ἔφεσι γιὰ μάθησι ἄλλων ξένων γλωσσῶν.
Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει, ὅπως ἔδειξε ἡ ἔρευνα, τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐκμάθησις τῶν κλασσικῶν γλωσσῶν -Λατινικῶν ἤ/καὶ Ἑλληνικῶν- ὠφέλησε πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὴν ἐκμάθησι μίας ὁποιασδήποτε ἄλλης ξένης γλώσσης[1].
Συγκεκριμένα, ὁ Macro (1981) τονίζει ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἐκμάθησις Λατινικῶν ἤ Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευσι συμβάλλει στὴν κατανόησι τῶν γραμματικῶν καὶ συντακτικῶν δομῶν τῆς Ἀγγλικῆς καί κατ΄ἐπέκτασιν  στὸν λόγο καὶ στὴν ἀναγνωστικὴ ἱκανότητα.
Ὁ Henry (1993) ἔγραψε ὅτι ἡ ἐτυμολογία εὐνοεῖ τὴν κατανόησι καὶ τὴν ἀνάπτυξι τοῦ λεξιλογίου.
Στὴν Πενσυλβάνια, ἡ ἔρευνα ἔδεξε βελτίωσι σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς γλώσσης καὶ στὰ Μαθηματικά (Masciantonio, 1982). Παρόμοια ἀποτελέσματα ἀναφέρθηκαν καὶ ἀπὸ τὶς ἔρευνες σὲ σχολεῖα τῆς Indianapolis, Worcester καὶ Easthampton Massachusetts (Sussman, 1978[2]).
Οἱ Holmes and Keffer (1995), ἀφοῦ μελέτησαν τὴν ἐπίδρασι τῆς ἐκμαθήσεως τῆς Λατινικῆς στὴν ἀπόδοσι τῶν μαθητῶν στὸ SAT, σχεδίασαν μία μελέτη κατὰ τὴν ὁποία χρησιμοποίησαν ἕνα λογισμικὸ μὲ λατινικοὺς καὶ ἑλληνικοὺς ὅρους. Οἱ μαθητὲς ποὺ μελέτησαν τὸ πρόγραμμα, πρὶν δώσουν τὸ SAT-I test, ὑπερεῖχαν κατὰ 40 μονάδες ἔναντι τῶν ὑπολοίπων.
Ἡ μεθοδολογία, ἡ ὁποία ἀκολουθήθηκε γενικῶς στὶς ἀνωτέρω διδασκαλίες, περιελάμβανε ἀκρόασι, προφορικὴ ἐξάσκησι κι ἔρευνα, τεχνικὲς δηλ. τῶν «ζωντανῶν» γλωσσῶν, μὲ ἄφθονο ἐποπτικὸ ὑλικό.

2.      Μικρῆς κλίμακας σχετικὲς ἐργασίες

2α. Ἐτυμολογία στὴν Ἀγγλικὴ γλῶσσα (στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευσι)
      Teaching Latin and Greek Word Roots:
Οἱ ἐρευνητὲς συμφωνοῦν  ὅτι ἡ ἐτυμολογία προσφέρει ἕνα πολὺ ἰσχυρὸ ὅπλο στοὺς δασκάλους τῆς Ἀγγλικῆς γλώσσης, καθὼς συμβάλλει στὴν ἀνάπτυξι τοῦ λεξιλογίου[3].
Ἡ ἔρευνα ἐπίσης ἔδειξε ὅτι ἡ ἐτυμολογία εἶναι ὠφέλιμη ἰδιαιτέρως σὲ μαθητὲς μὲ μαθησιακὲς δυσκολίες (struggling readers) (Harmon, Hedrick & Wood, 2005) καὶ ὅτι ἡ ἐτυμολογία ἦταν ἀποδοτικὴ στὴν κατανόησι καὶ μνημονικὴ συγκράτησι νέων λέξεων (Blachowicz,2006).
Οἱ ἐρευνητὲς τονίζουν ὅτι αὐτὴ ἡ στρατηγικὴ πρέπει νὰ κατακτηθῆ νωρίς κι ὅτι 15-20 λεπτὰ  μερικὲς φορὲς τὴν ἑβδομάδα ἀρκοῦν. Οἱ μαθητὲς τῆς Β΄ Δημοτικοῦ (grade 2) πρέπει νὰ ἀσκοῦνται στὴν ἐτυμολογία τῶν λέξεων (Biemiller, 2005).
Οἱ Padak et al. (2008) βασιζόμενοι στὶς ἀνωτέρω ἔρευνες τονίζουν ἐπιπλέον ὅτι κατ΄αὐτὸν τὸν τρόπο κατανοοῦν τὴν μαθηματικὴ δομὴ τῶν λέξεων, ἀσκοῦνται στὴν ἀναλυτικὴ καὶ μαθηματικὴ σκέψι κι ἀποκτοῦν μεταγνωστικὲς στρατηγικές.

2β. Ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ καὶ δυσλεξία
            Ἡ Αὐστραλὴ πανεπιστημιακὴ ἐρευνήτρια Kate Chanock στὴν δημοσίευσί της (paper) «Help for a dyslexic learner from an unlikely source: the study of Ancient Greek» Literacy 2006, περιγράφει πῶς βοήθησε ἕναν ἀγγλομαθῆ δυσλεξικὸ μέσω τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν, χωρὶς νὰ τὸ ἔχη προσχεδιάσει. Ὁ συγκεκριμένος ἄνδρας τῆς ζήτησε νὰ μάθη Ἀρχαῖα Ἑλληνικά ἀπὸ προσωπικὸ ἐνδιαφέρον καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῶν μαθημάτων (μία ὥρα τὴν ἑβδομάδα γιὰ ἕξι μῆνες) παρετήρησε μεγάλη ἀλλαγή, ἄν καὶ εἶχε ἔντονο πρόβλημα καὶ ἦταν ἤδη ἐνήλιξ. Ἡ Chanock τοῦ δίδαξε γραφὴ καὶ ἀνάγνωσι τῆς Ἑλληνικῆς, γραμματικὴ καὶ ἐτυμολογία καὶ τὸν ἄσκησε στὴν μεταγραφὴ προτάσεων ἀπὸ τὰ Ἀγγλικὰ στὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Μέσα σὲ ἕνα μῆνα βελτιώθηκε τόσο ὁ γραφικός του χαρακτῆρας, ὅσο καὶ ἡ ἀνάγνωσις στὰ Ἀγγλικά καὶ ἐξαφανίστηκε ἡ ὀπτικὴ διαταραχὴ ποὺ παρουσίαζε (visual disturbance) . Ἡ ἴδια ἀποδίδει τὴν ἀλλαγὴ στὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο καὶ στὴν δομὴ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ ζητᾶ τὴν περαιτέρω διερεύνησι τοῦ θέματος ἀπὸ τὴν διεθνῆ ἐπιστημονικὴ κοινότητα, καθὼς ἡ ἴδια, ὅπως ἐξηγεῖ, δὲν εἶναι εἰδικὴ τοῦ τομέως.

 Μετὰ τιμῆς,

Μαυροπούλου Ἰ. Εἰρήνη

Φιλόλογος, διδάκτωρ Ἐπιστημῶν Ἀγωγῆς,

συγγραφεὺς τῆς μεθόδου ἐκμαθήσεως τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς

γλώσσης γιὰ παιδιὰ Δημοτικοῦ «Διαλεχθῶμεν ἑλληνικῶς»

 www.fronein.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου