Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

Το Φιλελληνικό Τελεσίγραφο Πολέμου τής Ρωσίας κατά τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1821

Το κοσμοϊστορικό γεωστρατηγικό επίτευγμα τού Καποδίστρια

Γράφει ο κ. Ιωάννης Δ. Παπακωνσταντίνου
Ο συγγραφέας απέστειλε την παρούσα επετειακή  μονογραφία κατ΄ αποκλειστικότητα στα Θέματα Ελληνικής Ιστορίας την 16 Απριλίου 2016, 195η επέτειο τής  «σημαδιακής» ημέρας (16 Απριλίου 1821) κατά την οποία επεσυνέβησαν ταυτόχρονα δύο μείζονα γεγονότα στον Αγώνα τής Παλιγγενεσίας: Η ανάδυση τού ιερού σκηνώματος τού απαγχονισθέτος Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄ από τον βυθό τού Κερατίου κόλπου και, ταυτόχρονα, η συγκρότηση και ανάδειξη σε σώμα τού εθνικού Πολεμικού Στόλου τής Νεοτέρας Ελλάδος υπό ενιαία (Υδραϊκή) ναυαρχική διοίκηση (Υποσημ. 10).
Το 1821, η Ρωσία ήταν τότε για την Ευρώπη ότι είναι σήμερα οι Η.Π.Α. για τον Κόσμο: Η στρατιωτική υπερδύναμη τής εποχής, ο «χωροφύλακας [gendarme] τής ηπειρωτικής Ευρώπης».
Συγκεκριμένα, όπως αναλύεται στον παρακάτω πίνακα, ο Ρωσικός Στρατός (800.000 - 826.000 άνδρες) αριθμούσε στην Μεταναπολεόντεια εποχή, καθ' όλη την διάρκεια τού ελληνικού Αγώνα τής Παλιγγενεσίας, περισσότερους άνδρες απ' όσους όλοι μαζί οι στρατοί των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων, ήτοι τής Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας και Πρωσσίας/Γερμανίας! Σε σύγκριση δε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Ρωσία είχε υπερτετραπλάσια στρατιωτική δύναμη, δεδομένου ότι το σύνολο των αξιόμαχων Οθωμανικών στρατευμάτων δεν ξεπερνούσαν τις 180.000 άνδρες.1

Το Στρατήγημα τής Μολδοβλαχίας
Υπό αυτό το πρίσμα, είναι εύκολο να γίνει κατανοητή η γεωστρατηγική απόφαση τής Φιλικής Εταιρείας να αρχίσει τον ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα από τήν Μολδοβλαχία τήν 22 Φεβρουαρίου 1821. Παρότι εκείνο το πολεμικό μέτωπο (Μολδοβλαχία) ήταν γεωγραφικά απομεμακρυσμένο από το επίκεντρο τού αγώνα (Μωριάς-Ρούμελη), εντούτοις η σημασία του για την ευόδωση τού εθνικού αγώνα ήταν τόσο κρίσιμη ώστε την στρατιωτική αρχηγία των στρατευμάτων των Φιλικών στην Μολδοβλαχία την ανέλαβε, αυτοπροσώπως επί τού πεδίου τής μάχης, ο αρχηγός τής Φιλικής Εταιρείας, ο Πρίγκιψ Αλέξανδρος Υψηλάντης, μέχρι τότε υπασπιστής τού Τσάρου και στρατηγός τού Ρωσικού Στρατού: Το μέτωπο τής Μολδοβλαχίας, ως παρακείμενο των Ρωσοτουρκικών συνόρων, δεδομένου μάλιστα ότι τότε η Μολδοβλαχία αποτελούσε αυτόνομη (φόρου υποτελή) οθωμανική επαρχία και ταυτόχρονα ρωσικό προτεκτοράτο, αύξανε την πιθανότητα στρατιωτικής επέμβασης τής Ρωσίας στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο. Επομένως με το Στρατήγημα τής Μολδοβλαχίας, οι Φιλικοί απέβλεπαν πρωτίστως στο να δημιουργήσουν μία χαοτική δυναμική ολοκληρωτικού πολέμου2 που θα παρωθούσε ή εξανάγκαζε την Ρωσία να εμπλακεί σε πόλεμο εναντίον τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως σύμμαχος των Ελλήνων κατ΄ ελάχιστο ή και ως πρωτοστάτης τής απελευθέρωσης όλων των βαλκανικών λαών κατά μέγιστο.  
Η από τακτικής απόψεως απονενοημένη εκστρατεία3 τού Α. Υψηλάντου, προσέκρουσε αρχικά στην ενδοευρωπαϊκή ισορροπία δυνάμεων (balance of power), ήτοι στο μεταναπολεόντειο status quo που είχε εγκαθιδρυθεί τότε στην Ευρώπη από το Συνέδριο τής Βιέννης (1815) και εφηρμόζετο αποτελεσματικά από την Ιερά Συμμαχία και την Ευρωπαϊκή Συνεννόηση.4 Tον Μάρτιο τού 1821,  στο Συνέδριο τής Ιεράς Συμμαχίας στο Laibach (σημερινή Λουμπλιάνα τής Σλοβενίας) ο Καγκελάριος Metternich τής Αυστρίας μεθόδευσε με επιτυχία την προσωρινή διπλωματική εξουδετέρωση τής Ρωσίας ως επεμβατικής δυνάμεως στα Βαλκάνια και συνεπώς την στρατιωτική απομόνωση τού Υψηλάντου: Κατόπιν διπλωματικών χειρισμών και γεωστρατηγικών εκβιασμών τού Metternich, ο Τσάρος Αλέξανδρος Α΄ τής Ρωσίας αναγκάσθηκε να αποτάξει τον Α. Υψηλάντη από τις τάξεις τού Ρωσικού Στρατού και να αποκηρύξει το στρατιωτικό κίνημα των Ελλήνων στην Μολδοβλαχία την 14 Μαρτίου 1821.
Επιπροσθέτως, στο τέλος τού επόμενου μήνα, την 30 Απριλίου 1821, ο Metternich μεθόδευσε την έκδοση μιας ανθελληνικής διακοίνωσης τής συνόδου τής Ιεράς Συμμαχίας στο Laibach (που συνυπέγραψαν η Αυστρία, η Πρωσσία και η Ρωσία, όχι όμως η Αγγλία και η Γαλλία), όπου οι εμπόλεμοι (Χριστιανοί) Έλληνες εξυβρίζοντο σκαιότατα ως «εγκληματίες μηχανορράφοι» και ένοπλοι «αποστάτες», ενώ η δυναστική εξουσία τού (Μουσουλμάνου) Σουλτάνου Μαχμούντ Β΄ εξυμνείτο ως «θεόθεν εξουσία».5

Το Ρωσικό τελεσίγραφο τού 1821
Εντούτοις, από την 23 Ιουνίου 1821, σε 3  μήνες από την αποκήρυξη τού ενόπλου κινήματος τού Υψηλάντου από τον Τσάρο, και λιγότερο από 2 μήνες από την ανθελληνική διακοίνωση τής Ιεράς Συμμαχίας στο Laibach, ο Ρωσικός Στρατός άρχισε να προετοιμάζεται και κινητοποιείται για πόλεμο κατά τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά δε από 2 εβδομάδες, την 6 Ιουλίου 1821, ο Βαρώνος Grigory Alexandrovich Stroganoff (1770-1857), πρέσβυς τής Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη τo 1821, επέδωσε προς την Υψηλή Πύλη (Οθωμανική Κυβέρνηση) το εναγωνίως προσδοκώμενο από τούς Έλληνες τελεσίγραφο πολέμου τής Ρωσίας κατά τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
 Το Ρωσικό τελεσίγραφο απειλούσε την Υψηλή Πύλη ότι εάν δεν ανταποκρίνετο θετικά στους όρους του τότε θα καθίστατο «πολέμιος προς όλον τον χριστιανικόν κόσμον», και σε αυτό το πλαίσιο προσδιόριζε ρητώς προθεσμία μόλις 8 ημερών προς συμμόρφωση τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις επιταγές τού τελεσιγράφου.
Εκείνο το τελεσίγραφο ήταν καινοφανές στην Παγκόσμια Ιστορία, αφού διετύπωνε (πρωτοφανώς τότε) ως αιτία πολέμου ένα διακύβευμα που ήταν ανθρωπιστικό και μόνον: Στο τελεσίγραφο, ο Τσάρος δεν διεκδικούσε ούτε σπιθαμή εδάφους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν διαφιλονικούσε ούτε για ένα ναυτικό μίλι χωρικών υδάτων και δεν επικαλείτο οικονομικά ή άλλα συμφέροντα · απλώς απαιτούσε από τον Σουλτάνο να σταματήσει επί τέλους να σφάζει τούς… υπηκόους του, τούς φιλειρηνικούς ραγιάδες των μη εμπολέμων περιοχών, εις αντίποινα για κάθε στρατιωτική ήττα των Τούρκων από τούς Έλληνες στις εμπόλεμες περιοχές, επί λέξει μεταξύ άλλων ως εξής:
« Ό,τι προ παντός άλλου εφοβείτο ο αυτοκράτωρ ήτο μήπως η Πύλη ενισχύουσα διά τής διαγωγής της το επιχείρημα των προταιτίων τής επαναστάσεως, ενομιμοποίει ένοπλον εξ ανάγκης αντίστασιν εις αποτροπήν τού παντελούς αφανισμού τού ελληνικού λαού και τής θρησκείας, ην πρεσβεύει. Οι φόβοι τού αυτοκράτορος επραγματοποιήθησαν.
Κίνδυνοι όχι ολιγώτερον δεινοί ηπείλησαν άλλοτε την Πύλην, καθ’ ους μάλιστα καιρούς εξωτερικοί πόλεμοι απεκαθίστων δεινοτέραν την θέσιν της· και όμως ουδέποτε εν τη οθωμανική αυτοκρατορία γενική προγραφή έπεσεν επί ολόκληρον έθνος, ούτε τόσον αναισχύντως εξυβρίσθη η χριστιανική θρησκεία. Βέβαιον κατά δυστυχίαν είναι, ότι η Πύλη δεν καταδιώκει μόνον τούς ταραχοποιούς και τούς οπαδούς των, αλλά όλον το ελληνικόν έθνος, ως και αυτάς τας πηγάς τής υπάρξεώς του και τής εκ νέου παραγωγής του και αναγκάζει την χριστιανοσύνην να εκλέξη έν εκ των δύο: ή να μη μένη ακίνητος θεατής τής εξολοθρεύσεως χριστιανικού λαού, ή να ανέχεται κατάστασιν πραγμάτων τείνουσαν εις διατάραξιν τής ειρήνης, ην ηγόρασε διά τόσων θυσιών.
Η τουρκική κυβέρνησις...να ειδοποιηθή από τού νυν ότι καθίσταται φανερά πολέμιος προς όλον τον χριστιανικόν κόσμον, ότι νομιμοποιεί την ιδίαν υπεράσπισιν των Ελλήνων πολεμούντων εις αποφυγήν τής αφεύκτου φθοράς των.»
Δηλαδή, σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, το Ρωσικό τελεσίγραφο αποτέλεσε την πρώτη διπλωματική πράξη αναγνώρισης των ελληνοφώνων ραγιάδων ως έθνος («ελληνικόν έθνος») και μάλιστα ως εμπόλεμο έθνος («των Ελλήνων πολεμούντων») και, έτι περισσότερο, ως εμπόλεμο έθνος υπό γενοκτονιακό διωγμό εμπλακέν εις «νόμιμον ένοπλον εξ ανάγκης αντίστασιν εις αποτροπήν τού παντελούς αφανισμού» του. Επί πλέον, το Ρωσικό τελεσίγραφο εισήγαγε στο διεθνές δίκαιο —σε υπέρτατο (ultimum) επίπεδο, ήτοι σε κείμενο τελεσιγράφου (ultimatum) και μάλιστα τελεσιγράφου πολέμου αυτοκρατορίας κατά αυτοκρατορίας— την ρηξικέλευθη αρχή των εθνοτήτων, η οποία συνιστούσε μείζονα απειλή για πολλές αυτοκρατορίες, συμπεριλαμβανομένων τής Αυστριακής τού Καγκελαρίου Metternich όπως επίσης και όλων των ευρωπαϊκών αποικιακών αυτοκρατοριών.6

Το παρασκήνιο τής φιλελληνικής μεταστροφής τής Ρωσίας το 1821
Τίθεται επομένως το εύλογο ερώτημα: Τι συνέβη τον Μάιο-Ιούνιο τού 1821 που μέσα σε λίγες εβδομάδες προκάλεσε μία τόσο δραστική μεταστροφή τής Ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία από αντιδραστική και διακηρυκτικώς ανθελληνική κατέστη προοδευτική (ή και ριζοσπαστική) και ενόπλως φιλελληνική; 7
Το 1821, η εξωτερική πολιτική τής Ρωσίας ασκείτο από δύο ανταγωνιζόμενους υπουργούς εξωτερικών στην υπηρεσία τού Τσάρου, τον (υπέρ  Ελλήνων) φιλοπόλεμο Ιωάννη Καποδίστρια 8 και τον (μεταναπολεόντειο) φιλειρηνιστή Karl Νesselrode. O πρώτος προσπαθούσε να αναδείξει τον ρόλο τής Ρωσίας ως επεμβατικής Μεγάλης Δυνάμεως στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, ενώ αντιθέτως ο δεύτερος υπεστήριζε το διευρωπαϊκό status quo που προέκυψε από το Συνέδριο τής Βιέννης (1815).9 Σε εκείνο το πλαίσιο, ο πρώτος ευρίσκετο σε διπλωματική αντιπαλότητα με τον Metternich, όσον αφορά στη επιρροή τους στον Τσάρο, ενώ ο δεύτερος ευθυγραμμίζετο γεωπολιτικώς και συνέπραττε διπλωματικώς με τον Καγκελάριο τής Αυστρίας.
Στη σύνοδο τής Ιεράς Συμμαχίας στο Laibach όμως κυριάρχησε απόλυτα η πολιτική τού Metternich. Ως συνέπεια, η επιρροή τού Καποδίστρια επί τού Τσάρου απομειώθηκε δραστικά τότε (Μάρτιο-Απρίλιο 1821), αφού ο Τσάρος ευθυγραμμίσθηκε πλήρως με την αντιδραστική και φιλειρηνική (και επομένως, εν τοις πράγμασι, ανθελληνική και φιλοτουρκική) γεωπολιτική προσέγγιση των Metternich-Nesselrode σε εκείνη την σύνοδο.  
Εντούτοις μετά από λίγες εβδομάδες, από το τέλος τού Μαΐου 1821, επισυνέβησαν «σημεία και τέρατα» στην Οδησσό και σε ελληνοτουρκικά πολεμικά μέτωπα, ήτοι μια αλληλουχία και συγκυρία από τραγικά γεγονότα και απίστευτες χρονικές συμπτώσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα την θεαματική αύξηση τής επιρροής τού Καποδίστρια επί τού Τσάρου:
·      Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ στη Ρωσία! Στις αρχές Ιουνίου 1821, ο Τσάρος Αλέξανδρος Α΄ ειδοποιήθηκε από ειδικό αγγελιοφόρο τού Διοικητού τής Οδησσού, ότι η σωρός τού απαγχονισθέντος Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄, παρότι καταποντίσθηκε από τούς Τούρκους στον Κεράτιο Κόλπο, ευρίσκεται στην Οδησσό, μεταφερθείσα εκεί από ένα ελληνικό πλοίο.
Ιδού τι είχε συμβεί: Η σωρός τού Γρηγορίου Ε΄ είχε αναδυθεί από τον βυθό τού Κερατίου κόλπου την νύχτα της 16 Απριλίου 1821, τρεις ημέρες μετά από την σκήλευσή του από τουρκικό όχλο και τον διπλό κανταποντισμό του από τον δήμιο τού Σουλτάνου — και συμπτωματικά την ίδια ημέρα που συγκροτήθηκε σε σώμα υπό ενιαία ναυαρχική Υδραϊκή  διοίκηση ο Ελληνικός Στόλος.10 Κατ' ευτυχή συγκυρία, το λείψανο το εντόπισε ένας Κεφαλλονίτης πλοίαρχος, ο Μαρίνος Σκλάβος, και το ανείλκυσε επί τού υπό ρωσική σημαία πλοίου του («Άγιος Νικόλαος»), που ελλιμένιζε τότε στον Κεράτιο. Μόλις ο Σκλάβος διαπίστωσε ότι επρόκειτο περί τού Γρηγορίου Ε΄, σαβάνωσε την σωρό και απέπλευσε εσπευσμένως για την Οδησσό. Εκεί έφθασε μετά από ταξίδι 40 ημερών, λόγω εναντίων ανέμων, και παρέδωσε το σαβανωμένο λείψανο στις Ρωσικές αρχές τής Οδησσού την 27 Μαΐου 1821.11

Ο Τσάρος συγκλονίσθηκε: Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ερχόταν μετά θάνατον, ως Τσάρος Αλέξανδρος Α΄σκήνωμα, προς τον ηγεμόνα τής εν Χριστώ Ομοδόξου Ρωσικής Αυτοκρατορίας, και ερχόταν ως ικέτης τής Χριστιανοσύνης και τής Ανθρωπότητος υπέρ τού σφαγιαζομένου Ελληνικού Γένους.
Ο Τσάρος έδωσε αμέσως εντολή, χωρίς να διαβουλευθεί με τούς υπουργούς του, να αποδοθούν τιμές αρχηγού θρησκείας στο σκήνωμα τού Γρηγορίου Ε΄, με περίλαμπρη κηδεία και με μεγαλοπρεπή τελετουργική συμμετοχή τού Ρωσικού Στρατού. Επίσης διέταξε (α) η κηδεία να γίνει δημοσία δαπάνη (40.000 γρόσια) τής Ρωσικής Αυτοκρατορίας, αλλά (β) το γενικό πρόσταγμα τής κηδείας να δοθεί στους Έλληνες τής Οδησσού τιμής ένεκεν, οι οποίοι θα καθόριζαν πού και πώς θα εθάπτετο το σκήνωμα τού Γρηγορίου Ε΄. Πράγματι, το σκήνωμα τού ιεροεθνομάρτυρος Γρηγορίου Ε΄ μεταφέρθηκε εν μεγαλοπρεπή πομπή στον Μητροπολιτικό Ναό τής Οδησσού την 17 Ιουνίου 1821 και παρέμεινε εκεί επί τριήμερο (17-19 Ιουνίου) για λαϊκό προσκύνημα. Είναι αξιοσημείωτο ότι το σκήνωμα το υποδέχθηκε ένα σύνταγμα 4.000 στρατιωτών τού Ρωσικού Στρατού, που είχαν παραταχθεί τιμητικώς στον Μητροπολιτικό Ναό.12
·      Καταστροφή των Κυδωνιών. Καθώς ο Γρηγόριος Ε΄ εισέπλεε στο λιμάνι τής Οδησσού μετά θάνατον, εν σκηνώματι επί τού πλοίου τού Νικολάου Σκλάβου (27 Μαΐου 1821), την ίδια ώρα ο Ελληνικός Στόλος κατήγαγε την πρώτη μεγάλη του νίκη κατά τού Οθωμανικού Στόλου στο Αιγαίο: Μετά από τακτική ναυμαχία στην Ερισό τής Λέσβου (27 Μαΐου 1821), ο Ελληνικός Στόλος ανετίναξε το τουρκικό δίκροτο Mansourija με αποτέλεσμα να εγκλωβίσει τον Τουρκικό Στόλο στον Ελλήσποντο την μεθεπομένη (29 Μαΐου), και να αποκαταστήσει την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο.13
Έχοντας ηττηθεί κατά θάλασσαν, οι Οθωμανοί «αντεπετέθησαν» εκδικητικώς κατά ξηράν. Την επόμενη εβδομάδα, επέπεσαν κατά τού αμάχου πληθυσμού των Κυδωνιών (Αϊβαλί) έναντι τής Λέσβου, σύμφωνα με τα Μογγολικά τους ειωθότα: Κατά το τραγικό πενθήμερο 3-7 Ιουνίου 1821, οι Κυδωνίες, μία αμιγώς ελληνική πόλη με περισσότερους από 25.000 κατοίκους, αφανίσθηκαν από τούς Οθωμανούς. Τότε ο Ελληνικός Στόλος διεξήγαγε μία επιχείρηση διασώσεως, προς μαζική εκκένωση τής πόλεως και μεταφορά όσον το δυνατόν περισσοτέρων κατοίκων της σε πλοία τού Ελληνικού Στόλου και στη συνέχεια σε νησιά τού Αιγαίου. Όσο λίγο διήρκεσε εκείνη η πρωτοφανής ανθρωπιστική επιχείρηση (5 ημέρες, ήτοι 3-7 Ιουνίου), τόσο τεράστια ήταν σε έκταση: Μικρά πλοιάρια, λέμβοι και ό,τι γενικώς επέπλεε επιστρατεύθηκαν τότε προς εσπευσμένη διάσωση των Κυδωνιέων, ακόμη και οι λέμβοι των κατοίκων των Μοσχονησιών (έναντι των Κυδωνιών), προκειμένου να διαμετακομίσουν άμεσα χιλιάδες Κυδωνιείς είτε στα Μοσχονήσια είτε σε πλοία τού Ελληνικού Στόλου. Προς κάλυψη των επιβιβαζομένων αμάχων, αγήματα τού Ελληνικού Στόλου (περίπου 1.000 άνδρες) αποβιβάσθηκαν στην ξηρά, στην παραλία των Κυδωνιών, όπου έδωσαν ηρωϊκές μάχες κατά των Οθωμανικών σφαγέων (3.000 Τούρκων στρατιωτών υπό τον Δαούτ Πασά). Συνολικά, περισσότεροι από 15.000 άμαχοι κάτοικοι των Κυδωνιών διεσώθησαν από τον Ελληνικό Στόλο. Εντούτοις, οι υπόλοιποι Κυδωνιείς που εγκλωβίσθηκαν στην πόλη, περί τούς 10.000, έπεσαν θύματα τής Οθωμανικής βαρβαρότητας, ήτοι σφαγιάσθηκαν ή εξανδραποδίσθηκαν, και ολόκληρη η πόλη πυρπολήθηκε από τούς Οθωμανούς. Δηλαδή τότε, για πρώτη φορά το 1821, μία ολόκληρη Μικρασιατική πόλη — και όχι μέρος τού πληθυσμού της, όπως στην Κωνσταντινούπολη — καταστράφηκε ολοκληρωτικά και εξαλείφθηκε από τον χάρτη.1
Ως συνέπεια τής Καταστροφής των Κυδωνιών, επεσυνέβη άλλη μία χρονική «σύμπτωση», στην Οδησσό αυτή την φορά: Την 19 Ιουνίου 1821, ημέρα ταφής τού Γρηγορίου Ε΄, οι πρώτοι πρόσφυγες από τις Κυδωνίες εισέπλεαν στο λιμάνι μιας Οδησσού που δονείτο τότε από πένθιμες καμπανοκρουσίες και εκκωφαντικούς κανονιοβολισμούς. Τότε οι μεν πρόσφυγες έμαθαν ότι ετελείτο η ταφή τού Γρηγορίου Ε΄,15 ως Μεγίστου Πρόσφυγος τής Ανθρωπότητος, οι δε κάτοικοι τής Οδησσού, Έλληνες και ομόδοξοι Ρώσοι, όπως επίσης και τα τιμητικώς παρευρισκόμενα Ρωσικά στρατεύματα βίωναν την Οθωμανική βαρβαρότητα ενώπιον τού σκηνώματος τού Οικουμενικού Πατριάρχου, καθώς έβλεπαν, ιδίοις όμμασιν, τούς εξαθλιωμένους πρόσφυγες και μάθαιναν από αυτούς για την ολοκληρωτική καταστροφή των Κυδωνιών και άκουγαν τις σπαρακτικές περιγραφές τους περί τής ανθρωπιστικής τραγωδίας τού πληθυσμού μιας ολοκλήρου Χριστιανικής πόλεως.
Σφαγές χριστιανών στην Κωνσταντινούπολη
·      Οχλοκρατικά έκτροπα. Εκείνα τα γεγονότα, σε συνδυασμό με παράλληλες δημοσιεύσεις σε τοπικές εφημερίδες τής Οδησσού16 περί τής σκήλευσης τού σεπτού σκηνώματος τού Γρηγορίου Ε΄ στην Κωνσταντινούπολη από τουρκοεβραϊκό όχλο, εξόργισαν πολλούς Έλληνες και Ρώσους, με συνέπεια τραγικά αντεκδικητικά έκτροπα σε βάρος των Εβραίων τής Οδησσού. Αμέσως μετά την ταφή τού σκηνώματος, Χριστιανοί τής Οδησσού επεδόθησαν σε ένα αιματηρό πογκρόμ κατά των Εβραίων συγκατοίκων τους, με 200 θύματα στην εβραϊκή κοινότητα τής πόλεως και των περιχώρων της. Η αστυνομία τής Οδησσού κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να καταστείλει την οργή τού Χριστιανικού όχλου και τελικά το κατόρθωσε αφού προέβη σε 300 συλλήψεις δραστών (Ελλήνων και Ρώσων) εκείνων των εκδικητικών εκτρόπων.17
Κατ' ακολουθία, όλα εκείνα τα τραγικά γεγονότα και η συγκυρία χρονικών «συμπτώσεων», προσέδωσαν στην δικαιολογημένη οργή των Ρώσων για το ανοσιούργημα τού Σουλτάνου μία ανεξέλεγκτη φιλελληνική δυναμική: Στη Ρωσία άρχισε να εγείρεται ένα επιτακτικό, καθολικό και αναπόδραστο κοινό αίτημα τού λαού και τού στρατού αυτής τής μεγάλης χώρας, και ειδικά της Β΄ Ρωσικής Στρατιάς υπό την εμπνευσμένη ηγεσία του Φιλέλληνος Στρατηγού P. D. Kiselev: Πόλεμος κατά των Οθωμανών στο πλευρό των Ελλήνων!
Παράλληλα, ο Τσάρος πληροφορήθηκε ότι η ανατίναξη τού τουρκικού δικρότου έγινε από τούς Έλληνες όχι με ύπουλο τρόπο («τρομοκρατική» ενέργεια θα λέγαμε σήμερα), αλλά στο πλαίσιο πολεμικής αντιπαράθεσης (ναυμαχίας) μεταξύ τού Ελληνικού Στόλου και τού Τουρκικού Στόλου. Εκείνη την ημέρα οι Έλληνες εφάρμοσαν, για πρώτη φορά στον Πόλεμο τής Ελληνικής Ανεξαρτησίας, την τακτική τής προσβολής εχθρικού πλοίου διά πυρπολικού («μπουρλότου»), όπως είχαν κάνει πριν από 51 χρόνια οι Ψαριανοί ως σύμμαχοι των Ρώσων στη Ρωσοτουρκική ναυμαχία στο Τσεσμέ, την ναυμαχία που συνεπέφερε την Ρωσοτουρκική συνθήκη τού Κιουτσούκ-Καϊναρτσί και που ανέδειξε την Ρωσία σε de jure προστάτιδα τής Ελληνορθοδοξίας. Δηλαδή ακόμη και η τακτική των Ελλήνων κατ' εκείνη την ναυμαχία (κατά την ημέρα εισπλεύσεως τού σκηνώματος τού Γρηγορίου Ε΄ στο λιμάνι τής Οδησσού) παρέπεμπε ιστορικά, συνειρμικά και υπενθυμιστικά στο γεωστρατηγικό καθήκον τής Ρωσίας ως προστάτιδος τής Ελληνορθοδοξίας.

Εκείνη η σύζευξη τραγικών νέων από την Οδησσό και από το πολεμικό μέτωπο τού Αιγαίου, «ξεχείλισαν το ποτήρι» τής υπομονής τού Τσάρου. Είχε πλέον όλα τα δεδομένα τής Οσμανικής βαρβαρότητος ενώπιόν του: Την σφαγή στην Κωνσταντινούπολη, τον αφανισμό μιας μεγάλης πόλεως για εμπαθείς λόγους — για να εκδικηθούν οι Οσμανίδες την ανατίναξη ενός πολεμικού τους πλοίου σε μία ναυμαχία μεταξύ εθνικών στόλων18 — τον συνεχιζόμενο αποδεκατισμό τής ιεραρχίας τής Ελληνορθοδοξίας, τον Ρωσικό λαό και τον Ρωσικό Στρατό να απαιτούν ένοπλη επέμβαση τής Ρωσικής Αυτοκρατορίας στο πλευρό των Ελλήνων, και το σεπτό σκήνωμα τής «βιβλικής» μορφής τού Γρηγορίου Ε΄ να καθαγιάζει την «Μητέρα Γή» των Ρώσων. Κατά συνέπεια, με την αλλοφροσύνη του ο Μαχμούντ Β΄ είχε αυτοκαταστεί τότε ο μείζων εχθρός όχι μόνον τής Ελληνορθοδοξίας αλλά ολοκλήρου τής Χριστιανοσύνης, και δεν είχε αφήσει πλέον στον Τσάρο κανένα περιθώριο για ουδετερότητα τής Ρωσικής Αυτοκρατορίας στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο

Από εκεί και πέρα, οι εξελίξεις συνέχισαν να είναι ραγδαίες. Στις αμέσως επόμενες ημέρες, στο τρίτο δεκαήμερο τού Ιουνίου 1821, αμέσως μετά την ταφή τού Γρηγορίου Ε΄ στην Οδησσό, ο Ιωάννης Καποδίστριας, πολιτικώς ενισχυμένος πλέον, έπεισε τον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄ ότι ανεξάρτητα από τις όποιες αντιδράσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, τής Ιεράς Συμμαχίας και τού Metternich προσωπικά, η Ρωσία έπρεπε, κατ' ελάχιστον, να αποστείλει ένα τελεσίγραφο πολέμου στην Υψηλή Πύλη, απαιτώντας να σταματήσουν αμέσως οι σφαγές αμάχων Ελλήνων και οι αφανισμοί φιλειρηνικών πόλεων στην Οθωμανική Επικράτεια. Ήταν πλέον προφανές όχι μόνον στον Καποδίστρια αλλά επί τέλους και στον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄ ότι η Ρωσία δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να είναι αυτοκρατορία στο μέλλον εάν εγύριζε αδιάφορα την πλάτη στην Παγκόσμια Ιστορία παρακολουθώντας παθητικά, ως Πόντιος Πιλάτος και αυτοευνουχισμένη Μεγάλη Δύναμη, την Ελληνορθοδοξία να αφανίζεται από έναν Σουλτάνο που έσφαζε μαζικά, κατά χιλιάδες, αμάχους υπηκόους του σε μη εμπόλεμες περιοχές (στην Ασία) για να εκδικηθεί ή τρομοκρατήσει άλλους υπηκόους του που εξεγέρθηκαν σε άλλες περιοχές (στην Ευρώπη).

Kατ' ακολουθία, ο Τσάρος έδωσε εντολή στον μεν Ρωσικό Στρατό να προετοιμασθεί για πόλεμο κατά τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον δε Καποδίστρια να επιμεληθεί τού συναφούς τελεσιγράφου τής Ρωσίας κατά τής Υψηλής Πύλης και να προετοιμάσει και όλα τα συναφή υπομνήματα προς τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις, προκειμένου να διασφαλισθεί η σύμπραξή τους ή έστω η ανεκτικότητά τους σε περίπτωση που ξέσπαγε ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, εάν δηλαδή ο Σουλτάνος απέρριπτε το τελεσίγραφο και συνέχιζε να αφανίζει τούς Έλληνες των μη εμπολέμων περιοχών.     
                                                          
Σημασία τού Ρωσικού τελεσιγράφου
Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος στο πλευρό των Ελλήνων εξερράγη τελικά με μεγάλη καθυστέρηση19 την 14 Απριλίου 1828, για να επιτύχει αυτό που απέτυχαν20 να πραγματοποιήσουν οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις με την νίκη τους στη Ναυμαχία τού Ναυαρίνου (8 Οκτωβρίου 1827): Μετά την νίκη των Ρωσικών στρατευμάτων το 1829, ο Σουλτάνος αποδέχθηκε επί τέλους, για πρώτη φορά, την ίδρυση Ελληνικού Κράτους, αρχικώς διά διπλωματικού εγγράφου τής Πύλης (28 Αυγούστου 1829)21 και αμέσως μετά διά τής ρωσοτουρκικής Συνθήκης τής Αδριανουπόλεως (2 Σεπτεμβρίου 1829). Μετά από 11 ημέρες (13 Σεπτεμβρίου 1929), μόλις έφθασαν στη Ρούμελη τα νέα περί τής Συνθήκης τής Αδριανουπόλεως, οι Τούρκοι κατέθεσαν οριστικά τα όπλα στην Ρούμελη, αμέσως μετά την Μάχη τής Πέτρας στην Βοιωτία κατά την προηγουμένη ημέρα (12 Σεπτεμβρίου 1829), την τελευταία μάχη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στον Αγώνα τής Παλιγγενεσίας. Στη συνέχεια ακολούθησαν οι άλλες Μεγάλες Δυνάμεις που από κοινού αναγνώρισαν την ανεξαρτησία τής Ελλάδος (22 Ιανουαρίου 1830). Το ίδιο έπραξε και ο Σουλτάνος μετά από τρία χρόνια (1833), δι' ετέρας ρωσοτουρκικής συνθήκης, τής συνθήκης τού Ουνκιάρ Σκελεσί μετά από στρατιωτική επέμβαση των Ρωσικών Ενόπλων Δυνάμεων (στρατού και στόλου) στην Κωνσταντινούπολη.22
Πέρα όμως από την μεγάλη καθυστέρηση ενάρξεως τού φιλελληνικού ρωσοτουρκικού πολέμου, το Ρωσικό τελεσίγραφο καθ' εαυτό  — ανεξάρτητα δηλαδή από το εάν και πότε τελικά θα εκρήγνυτο ο ρωσοτουρκικός πόλεμος — αναβάθμισε αμέσως τον ελληνικό Αγώνα τής  Ανεξαρτησίας  σε  τακτικό  και  γεωπολιτικό  επίπεδο  και  επιπλέον συνετέλεσε  καθοριστικά,  τότε, το 1821, στην  αποτελεσματική προάσπιση  τού  Ελληνισμού τής Μικράς Ασίας και τής Οθωμανικής Ευρώπης, όπως συνοψίζεται στη συνέχεια:
1.       Στρατιωτικός περισπασμός τής Πύλης. Το Ρωσικό τελεσίγραφο το 1821, σε συνδυασμό με την αμέσως επακολουθήσασα (από 14 Ιουλίου 1821) διακοπή διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επί 5ετία (1821-1826) εις εφαρμογή τού τελεσιγράφου, εξανάγκασε τον Σουλτάνο να ενισχύσει τις στρατιωτικές του δυνάμεις του σε Βουλγαρία και Μολδοβλαχία με στρατεύματα 15.000 ανδρών, που παρέμειναν αδρανή το 1821-1826, εν αναμονή τής Ρωσικής εισβολής.23 Εκείνη η μακροχρόνια περίσπαση τού Οθωμανικού Στρατού στα βόρεια σύνορα τής αυτοκρατορίας απέβη ευεργετική για τούς εμπόλεμους Ρουμελιώτες και Μωραΐτες σε τακτικό επίπεδο στρατιωτικών επιχειρήσεων.24
2.      Ελληνικός Στόλος. Το Ρωσικό τελεσίγραφο «έλυσε τα χέρια» τού Ελληνικού Στόλου, διότι εξουδετέρωσε οριστικά την Οσμανική γενοκτονιακή απειλή ως ανασχετικό παράγοντα25 τής πολεμικής δράσεώς του: Οι Έλληνες θαλασσομάχοι μπορούσαν πλέον να καταναυμαχούν τουρκικές κορβέττες, φρεγάτες, δίκροτα και τρίκροτα, χωρίς να ανησυχούν ότι για κάθε πολεμικό πλοίο που θα βύθιζαν ή ανατίναζαν, μία ολόκληρη πόλη (όπως το Αϊβαλί) θα αφανίζετο στη Μικρά Ασία ή στην Οθωμανική Ευρώπη εκδικητικώς από τούς Οσμανούς δυνάστες.
3.       Αποσταθεροποίηση τού Σουλτάνου. Το Ρωσικό τελεσίγραφο συνέβαλε  καταλυτικά  στην  αποσταθεροποίηση τού Σουλτάνου στο εσωτερικό τής αυτοκρατορίας του, δεδομένου ότι το μόνο που απαιτούσε από τον Σουλτάνο ήταν να σταματήσει να σφάζει τούς… υπηκόους του και να καταστρέφει τις... πόλεις του σε μη εμπόλεμες περιοχές. Αυτή η μέχρι τότε ανήκουστη απαίτηση αυτοκράτορα προς αυτοκράτορα συνέβαλε στον ηθικό διασυρμό τού Σουλτάνου, αφού το τελεσίγραφο υποδήλωνε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι ο ηγεμόνας τής κραταιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ένας μικρόνους ή μεγαλομανιακός βάρβαρος, που ως τέτοιος συνιστούσε κίνδυνο για την Ανθρωπότητα γενικώς, και επομένως και για την Οθωμανική Αυτοκρατορία ειδικότερα. Ως συνέπεια, το Ρωσικό τελεσίγραφο αποτέλεσε μία δικαίωση, έστω και προσχηματική, για τούς μετριοπαθείς εκ των Γενιτσάρων που αρνούντο να εκστρατεύσουν στη Μολδοβλαχία, αφού καλούντο να πάνε να σκοτωθούν πολεμούντες κατά Ρώσων όχι για κάποιο σοβαρό λόγο ή για την κραταίωση τής αυτοκρατορίας, αλλά μόνον και μόνον επειδή ο Σουλτάνος επεδίδετο σε μαζικές σφαγές αμάχων ραγιάδων αδιακρίτως. Παρομοίως, ενισχύθηκαν οι μετριοπαθείς αξιωματούχοι τού Σουλτάνου, αφού πλέον είχαν στα χέρια τους μία χειροπιαστή απόδειξη τής αποτυχίας τού ηγεμόνος τους στη μέχρι τότε διαχείριση τής εξεγέρσεως των ραγιάδων: Ο Σουλτάνος ενεφανίζετο ότι παρέσερνε την αυτοκρατορία σε έναν πόλεμο που δεν ήταν αναγκαίος (δεν αφορούσε πραγματικά συμφέροντα) και μπορούσε εύκολα να αποφευχθεί, αρκεί να άλλαζε πολιτική ή «μυαλά» ο Σουλτάνος Μαχμούντ Β΄.26 
4.       Γεωπολιτική αναβάθμιση των εμπολέμων Ελλήνων. Πριν από την επίδοση τού Ρωσικού τελεσιγράφου, οι Μεγάλες Δυνάμεις αντιμετώπιζαν την εθνική «εξέγερση» των ραγιάδων στον νότιο Αίμο με πρόδηλη αμηχανία:27 Στην καλύτερη περίπτωση παρέμεναν αποστασιοποιημένες, τηρούσες στάση ευμενούς ουδετερότητας έναντι των εμπολέμων ραγιάδων, όπως έκανε η Αγγλία. Στη χειρότερη περίπτωση επέτρεπαν στα εμπορικά τους πλοία να ανεφοδιάζουν τα πολιορκούμενα από τούς Έλληνες κάστρα των Τούρκων, ή ακόμη και εξύβριζαν τούς εξεγερμένους ραγιάδες, όπως έκανε η Ιερά Συμμαχία στη σύνοδό της στο Laibach. Εν ολίγοις, τίποτε απολύτως δεν εκινείτο στον διπλωματικό ορίζοντα τής Ελλάδος πριν από την επίδοση τού Ρωσικού τελεσιγράφου. Η Ελλάδα πάσχιζε διά τής βίας να εγερθεί, αλλά παρέμενε εγκλωβισμένη (και εν πολλοίς βυθιζομένη) σε ένα γεωπολιτικό τέλμα μεταναπολεοντείων σκοπιμοτήτων και αποικιακών βλέψεων των Μεγάλων Δυνάμεων.28
Όλα αυτά άλλαξαν αμέσως μετά το Ρωσικό τελεσίγραφο. Οι Μεγάλες Δυνάμεις «έτρεχαν και δεν έφταναν». Επί επτά μήνες πάσχιζαν να αποτρέψουν ή έστω αναβάλουν τον ρωσοτουρκικό πόλεμο. Στο μεταξύ όμως η εμπόλεμη Ελλάδα αναβαθμίσθηκε δραστικά, αφού τότε κατέστη το θεματικό επίκεντρο των διευρωπαϊκών διαβουλεύσεων, και υπό την διορατική διπλωματική καθοδήγηση τού Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου «άρπαξε» γερά το διπλωματικό «σκοινί» που τής έρριξε ο Τσάρος Αλέξανδρος Α΄, με αποτέλεσμα οι Έλληνες να βγούν στους επόμενους μήνες από τον γεωπολιτικό τους βάλτο (την διπλωματική τους απομόνωση): Όταν οι εκπρόσωποι των εμπολέμων Ελλήνων  προσήλθαν  στην  Επίδαυρο, τον Δεκέμβριο τού 1821, για να συγκροτήσουν την πρώτη ανεξάρτητη δημοκρατική Ελληνική Πολιτεία μετά από δύο χιλιετίες, συνήλθαν εκεί όχι ως τυχάρπαστοι «εξεγερμένοι ραγιάδες» («εξτρεμιστές» ή «τρομοκράτες» θα λέγαμε σήμερα), αλλά με εθνική αξιοπρέπεια και  γεωπολιτική αυτοπεποίθηση ως εκλεγμένοι εκπρόσωποι ενός διεθνώς αναγνωρισμένου «εμπολέμου έθνους». Η εθνική τους αξιοπρέπεια εκπήγαζε από τις πολεμικές νίκες τής εγειρομένης Ελλάδος το 1821· η δε γεωπολιτική τους αυτοπεποίθηση εδράζετο στη διεθνή αναγνώρισή τους ως  «εμπολέμου έθνους», πριν μόλις 5 μήνες, και  μάλιστα  με τον πλέον σημαίνοντα τρόπο, ήτοι διά τελεσιγράφου τής Ρωσικής ηπειρωτικής στρατιωτικής υπερδυνάμεως κατά τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε εκείνο το μετατελεσιγραφικό γεωστρατηγικό πλαίσιο, οι Έλληνες μπορούσαν πλέον να αναλάβουν οι ίδιοι σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, ως «Προσωρινή Κυβέρνησις τής Ελλάδος», τις αναγκαίες πρωτοβουλίες προς διπλωματική και γεωστρατηγική υποστήριξη τού Αγώνος τής Ανεξαρτησίας έναντι των Μεγάλων Δυνάμεων, όπερ και εγένετο.29
5.         Οικουμενικός Ελληνισμός. Μετά το Ρωσικό τελεσίγραφο, η Υψηλή Πύλη έπαυσε να εφαρμόζει την διεστραμμένη αρχή τής συλλογικής ευθύνης σε επίπεδο γένους αδιακρίτως, και έκτοτε αυτοπεριορίσθηκε να την εφαρμόζει μόνον σε γεωγραφικό επίπεδο (εξεγερμένης) περιοχής, όπως στην Κασσάνδρα (1821), τη Νάουσα και τη Χίο (1822) την Κρήτη (1821-1824), τα Ψαρά και την Κάσσο (1824), το Μεσολόγγι (1826) και την Πελοπόννησο (1825-1828). Ως αποτέλεσμα, η ιλιγγιώδης δίνη τού Πολέμου τής Ελληνικής Ανεξαρτησίας δεν παρέσυρε στον αφανισμό τον Οικουμενικό Ελληνισμό και την Ελληνορθοδοξία, παρ' ότι εκείνος ο πόλεμος προσέλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις κλιμακωθείς σε μείζονα περιφερειακή σύρραξη, στην οποία ενεπλάκησαν όλες σχεδόν οι Μεγάλες Δυνάμεις (Ρωσία, Αγγλία, Γαλλία, και δευτερευόντως η Αυστρία), και στόλοι και στρατεύματα από τρεις ηπείρους (Ευρώπη, Ασία, Αφρική). Ενδεικτικά, ο Ελληνισμός τής Αλεξάνδρειας δεν υπέστη εκδικητικά αντίποινα για τις ήττες των Αιγυπτιοαφρικανών κατά ξηράν και κατά θάλασσα στην Ελλάδα το 1824-1828. Όταν επομένως αναγνωρίσθηκε η ανεξαρτησία τής Ελλάδος από τις Μεγάλες Δυνάμεις το 1830 και από την Πύλη το 1833, ο Οικουμενικός Ελληνισμός και η Ελληνορθοδοξία συνέχισαν να διαλάμπουν, όπως πάντα, στην Κωνσταντινούπολη και στην υπόλοιπη Οθωμανική Ευρώπη, σε ολόκληρη την Μικρά Ασία, στον Πόντο, στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια...
Λόγω ακριβώς δηλαδή τού Ρωσικού τελεσιγράφου το 1821, η έμπόλεμη Γενεά του 1821 κατόρθωσε όχι απλώς να απελευθερώσει την πρώτη ανεξάρτητη ελληνική επικράτεια (Μωριάς, Ρούμελη, Κυκλάδες) και να εγκαθιδρύσει την πρώτη ανεξάρτητη Ελληνική Πολιτεία στο ελλαδικό χώρο, αλλά επιπροσθέτως κάτι πολύ-πολύ περισσότερο: Η θρυλική Γενεά του 1821 τα κατόρθωσε όλα αυτά χωρίς να απομειώσει ούτε κατ' ελάχιστον την οικουμενική διάσταση τού Ελληνισμού. Επιγραμματικά, η Γενιά του 1821 Οικουμενικό Ελληνισμό παρέλαβε και Οικουμενικό Ελληνισμό παρέδωσε. Καθοριστικός δε παράγοντας και γεωστρατηγικός καταλύτης εκείνης της μαξιμαλιστικής επιτυχίας ήταν το Ρωσικό τελεσίγραφο του 1821.30
6.         Γεωστρατηγικός προσανατολισμός τής Ρωσίας. Όπως είναι ευρέως γνωστό, ο Καποδίστριας επέχει μία σημαίνουσα θέση στην Παγκόσμια Ιστορία ως συντάκτης τού Συντάγματος τής Ελβετίας και θεμελιωτής αυτού τού προτύπου φιλειρηνικού ευρωπαϊκού κράτους. Διέλαθε όμως τής προσοχής σχεδόν όλων των ιστορικών ότι επιπροσθέτως ο Καποδίστριας, με το φιλελληνικό τελεσίγραφο πολέμου τής Ρωσίας κατά τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1821, επανακαθόρισε εγγράφως, και επεσφράγισε την εξωτερική πολιτική τής Ρωσίας κατά τα επόμενα 100 χρόνια. Ενδεικτικά, μεταξύ άλλων, το ρωσικό τελεσίγραφο εισάγει μεν την αρχή των εθνοτήτων για την σταδιακή απελευθέρωση των βαλκανικών λαών σύμφωνα με το «παράδειγμα των ηγεμονιών» (Σερβίας, Μολδαυίας και Βλαχίας), παράλληλα όμως δηλώνει το «ειλικρινές και πάντοτε αφιλοκερδές» ενδιαφέρον την Ρωσίας για την βιωσιμότητα τής Οσμανικής εξουσίας (ειδικά στην Ασία) δηλώνοντας ρητώς ότι «την ύπαρξιν τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η Ρωσσία εθεώρει ως έν των εις διατήρησιν και παγίωσιν τής ευρωπαϊκής ειρήνης στοιχείων», στο πλαίσιο τού  γεωστρατηγικού ρόλου τής Τουρκίας τότε (και έκτοτε) ως «παρεμβαλλομένης περιοχής» (buffer region) μεταξύ Ρωσίας και αραβοαφρικανικού εξτρεμισμού («τζιχαντισμού»).31 Εάν επομένως ο Ιμπραήμ Πασάς τής Αιγύπτου ήταν σε διανοητική θέση να κατανοήσει αυτές τις δύο θεμελιώδεις αρχές τής εξωτερικής πολιτικής τής Ρωσίας, που υποδηλώνοντο στο ρωσικό τελεσίγραφο τού 1821, δεν θα εξεστράτευε αφρόνως κατά των Ελλήνων το 1825, και μάλιστα προς εθνοκάθαρση τής Πελοποννήσου,32 ούτε στη συνέχεια θα εισέβαλε στην Μικρά Ασία το 1832 με σκοπό να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Και στις δύο περιπτώσεις βρήκε απέναντί του την Ρωσία: Στην μεν πρώτη περίπτωση, κατά θάλασσαν στην υπέρ Ελλήνων Ναυμαχία τού Ναυαρίνου το 1827 και στον συνακόλουθο ναυτικό αποκλεισμό του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο το 1827-1828, και κατά ξηράν στον επίσης υπέρ Ελλήνων Ρωσοτουρκικό Πόλεμο στα ανατολικά Βαλκάνια το 1828-1829· στην δε δεύτερη περίπτωση, κατά ξηράν και κατά θάλασσαν στην σωτήρια υπέρ Οσμανιδών ένοπλη επέμβαση των Ρωσικών Ενόπλων Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη το 1833.1, 22
Συγκεφαλαιωτικώς, το Ρωσικό τελεσίγραφο αποτελεί γεωπολιτικό και πολιτισμικό επίτευγμα τής Ρωσίας και τής Ανθρωπότητος.33 Διότι διεσφάλισε την συνέχεια τού Οικουμενικού Ελληνισμού· προάσπισε αποτελεσματικά την Ελληνορθοδοξία· αναβάθμισε τούς μαχόμενους Έλληνες από «εξεγερμένους ραγιάδες» σε διεθνώς αναγνωρισμένο «εμπόλεμο έθνος»· έθεσε έτσι σε επίπεδο διεθνούς δικαίου τον ακρογωνιαίο λίθο για την ίδρυση τής δημοκρατικής Ελληνικής Πολιτείας μετά από λίγους μήνες· ενδυνάμωσε δραστικά το εθνοαπελευθερωτικό πολεμικό φρόνημα των Ελλήνων κατά ξηράν και κατά θάλασσαν· προδιέγραψε την απελευθέρωση όλων των βαλκανικών λαών· επανακαθόρισε την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας όσον αφορά στο Ανατολικό Ζήτημα για τα επόμενα 100 χρόνια· προσήγαγε τις Μεγάλες Δυνάμεις προ των ανθρωπιστικών ευθυνών τους σχετικά με το Ανατολικό Ζήτημα. Επιπροσθέτως το Ρωσικό τελεσίγραφο αποτέλεσε τότε (και έκτοτε) συνειδησιακό κόλαφο για όλα εκείνα τα κράτη και τα έθνη που ιστορικώς ενέχονται σε τρισάθλια κακουργήματα εθνοκάθαρσης ή γενοκτονίας. Λόγω επομένως τής πανανθρώπινης (αντιγενοκτονιακής) διαστάσεώς του, το τελεσίγραφο αποτέλεσε το πλέον περίλαμπρο επίτευγμα τού Ιωάννου Καποδίστρια, ο οποίος προφανώς —όπως προκύπτει από το κοσμοϊστορικό κείμενο τού τελεσιγράφου— συγκλονίσθηκε από τις μαζικές σφαγές αμάχων Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη και το Αϊβαλί, από την εκατόμβη ιεραρχών τής Ελληνορθοδοξίας,34  και από τον λυσιτελή ιεροεθναρχικό και εθνοαπελευθερωτικό αγώνα, εν ζωή και μετά θάνατον, τού αγίου Γρηγορίου Ε΄.35



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου