Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Ο «Πρωτοµάστορας» της Εθνικής Μουσικής Σχολής

Πηγή ΒΗΜΑ ( Τουλάτου Ισμα Μ.)

Πασχάλης: Αχ! Μωρέ Μανόλη Βάγνερ Στάσου, στάσου, στάσου, στάσου, Θα σου σπάσω τα πλευρά σου Και θα πης κι ευχαριστώ 
Πρωτοµάστορας: Αϊντε µπρε Σαµάρη Σπύρο Σπύρο, Σπύρο, Σπύρο, Σπύρο Θα σε γδάρω, θα σε δείρω Κι ύστερα θε να χτιστώ.

Η παραπάνω µουσική... µονοµαχία – µε µπαγκέτες αντί για ξίφη – συνέβη στη σκηνή του θεάτρου «του Φαλήρου» το καλοκαίρι του 1916 στο πλαίσιο της περίφηµης επιθεώρησης «Ξιφίρ Φαλέρ», η οποία έµελλε να µείνει στη µνήµη των Αθηναίων για πολλά χρόνια ακόµη. Το νούµερο σατιρίζει τη διαµάχη ανάµεσα στην Εθνική και στην Επτανησιακή Μουσική Σχολή έτσι όπως εκδηλωνόταν εκείνο το διάστηµα µέσα από δύο παράλληλες, σχεδόν, πρεµιέρες: αυτή του «Πρωτοµάστορα» του – γεννηµένου στη Σµύρνη – Μανώλη Καλοµοίρη και της «Κρητικοπούλας» του Κερκυραίου Σπύρου Σαµάρα. Επ’ ευκαιρίας της κοινής – µε πέντε ηµέρες διαφορά, για την ακρίβεια – παρουσίασης των δύο έργων, ο Τύπος της εποχής ήταν γεµάτος σχόλια τα οποία χαρακτήριζαν τη µεν µουσική του Καλοµοίρη βαγκνερική µε ελληνικά µοτίβα, τη δε του Σαµάρα ιταλική µε ελληνικά µοτίβα. Η εξέλιξη ωστόσο του ιδιότυπου αυτού «µουσικού εµφυλίου» έµελλε να επηρεάσει ολόκληρη την πορεία της νεοελληνικής κουλτούρας τον 20ό αιώνα... 

Μια επεισοδιακή βραδιά
Μερικά χρόνια νωρίτερα, το 1908, ο Μανώλης Καλοµοίρης έκανε την πρώτη του εµφάνιση ως συνθέτης στην Αθήνα µε µια «µουσική βραδιά» που προκάλεσε σάλο: 
το πρόγραµµα της συναυλίας, η οποία επρόκειτο να σηµατοδοτήσει την απαρχή της Εθνικής Μουσικής Σχολής, ήταν ένας θούριος στον δηµοτικισµό και στους κήρυκές του µε αποτέλεσµα να ξεσηκώσει λυσσαλέες αντιδράσεις ανάµεσα στους οπαδούς της καθαρεύουσας, τους «γλωσσαµύντορες», που έκαναν λόγο για «συναυλία µε κοτσίδες» – µια πιο προχωρηµένη έκφραση της λεγόµενης «µαλλιαρής» – αλλά και για ρούβλια µε τα οποία δήθεν πληρώθηκε ο νεαρός συνθέτης προκειµένου να «µολύνει» το ελληνικό κοινό κάνοντας «ρωσική προπαγάνδα»! 
«Αυτό πρέπει να είναι ο σκοπός κάθε πραγµατικά εθνικής µουσικής, να χτίση το Παλάτι που θα θρονιάσει η Εθνική Ψυχή» έγραφε ο Καλοµοίρης σε αυτά τα «Λίγα Λόγια» του προγράµµατος. «Τώρα – συνέχιζε – αν για το χτίσιµο του παλατιού του µεταχειρίστηκεν ο τεχνίτης και ξένο υλικό κοντά στο ντόπιο δεν βλάφτει. Φτάνει το παλάτι του να είναι θεµελιωµένο στη ρωµέικη γης, καµωµένο για να το πρωτοχαρούνε ρωµέικα µάτια, για να λογαριάζεται καθαροαίµατο ρωµέικο παλάτι...». 
Την πεποίθησή του αυτή βάσιζε ο Κα λοµοίρης «από τη µια µεριά στη µουσική των αγνών δηµοτικών µας τραγουδιών, µα και στολισµένη από την άλλη µε όλα τα τεχνικά µέσα που µας χάρισεν η αδιάκοπη εργασία των προοδεµένων στη µουσική λαών» όπως και πάλι εξηγούσε σε άλλο σηµείο του ίδιου κειµένου. Στο πλαίσιο αυτό ο «Πρωτοµάστορας», η πρώτη του σκηνική δηµιουργία, βασισµένη στην οµότιτλη τραγωδία του Νίκου Καζαντζάκη, ήταν αντιπροσωπευτική του µουσικού του «πιστεύω». Το έργο αποτελεί το «σταυροδρόµι» πολλών µουσικών και θεατρικών στοιχείων: η τραγωδία συναντά την όπερα και το δηµοτικό τραγούδι τη δυτική µουσική. «Ο “Πρωτοµάστορας” δεν είναι όπερα, όπως τουλάχιστον ο κόσµος συνήθισε να λέγει κοινά το µουσικό δράµα» έγραφε ο Καλοµοίρης. «∆εν έρχεται να παρουσιάσει διάφορα κοµµάτια µουσικά, δεµένα όπως-όπως µεταξύ τους µε µιαν υπόθεση, όπου παίζουνε µέρος µεγάλο οι φανταχτερές στολές. Κάθε άλλο. Θέλει, µε όλα τα εκφραστικά µέσα που η µουσική τέχνη έχει στην υποταγή της, να δυναµώσει την τραγική εντύπωση που γεννιέται από το δράµα. Και η µουσική του έχει την φιλοδοξία να δείξει, όχι τόσο και µόνο το ελληνικό χρώµα, παρά την ψυχή την ελληνική...». 
Ο Καλοµοίρης αφιέρωσε το έργο του αυτό στον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον «Πρωτοµάστορα της Μεγάλης Ελλάδας», τον άνθρωπο ο οποίος µαζί µε τον Κωστή Παλαµά στάθηκε για τον συνθέτη «φάρος της πνευµατικής ζωής», όπως έλεγε ο ίδιος. Ετσι, ο «Πρωτοµάστορας» αντανακλά µια ολόκληρη εποχή: η λαίλαπα του Α’ Παγκοσµίου Πολέµου, ο Εθνικός ∆ιχασµός, η προσωρινή κυβέρνηση του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, η κάθοδος στην Αθήνα και η κατάληψη της εξουσίας... 
Σμύρνη - Χάρκοβο - Αθήνα
Ο Μανώλης Καλοµοίρης γεννήθηκε το 1883 στη Σµύρνη από οικογένεια η οποία καταγόταν από τη Σάµο. Στην Αθήνα βρέθηκε σε νεαρή ηλικία όπου, µαζί µε τις γυµνασιακές του σπουδές, άρχισε να µελετά συστηµατικά πιάνο. Τέλειωσε το γυµνάσιο στην Κωνσταντινούπολη και ύστερα από µια µικρή «επανάσταση» που χρειάστηκε να κάνει καθώς η µητέρα του ήθελε να τον δει γιατρό, βρέθηκε στη Βιέννη να σπουδάζει πιάνο και ανώτερα θεωρητικά. Εκεί γνώρισε τη γερµανική µουσική και κυρίως τα έργα του Βάγκνερ ο οποίος θεωρείται ότι τον έχει επηρεάσει χαρακτηριστικά. Αργότερα, πήγε στο Χάρκοβο της Ρωσίας όπου δίδαξε πιάνο µαζί µε τη γυναίκα του Χαρίκλεια. Η παραµονή του εκεί (1906-1910) του επέτρεψε να γνωρίσει από κοντά τη ρωσική εθνική σχολή των «Πέντε». 
Στην Αθήνα επέστρεψε οριστικά το 1910 και έκτοτε, παράλληλα µε το συνθετικό του έργο, η προσωπικότητά του σφράγισε τις µουσικές εκδηλώσεις της εποχής. Συνέθεσε πολλά έργα, µεταξύ αυτών πέντε όπερες, τρεις συµφωνίες, ένα κοντσέρτο για πιάνο, κύκλους τραγουδιών για φωνή και ορχήστρα ή για φωνή και πιάνο, έργα για πιάνο, µουσική δωµατίου, χορωδιακά καθώς και έργα για παιδιά. 
Ο Καζαντζάκης στάθηκε η έµπνευση και για το κύκνειο άσµα του, την όπερα «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος». Την ολοκλήρωσε το 1961 και την αφιέρωσε στον «ελληνικό λαό», όµως δεν πρόλαβε να τη δει στη σκηνή. Το κείµενο µε το οποίο συνόδευσε την παράδοση του έργου του αυτού είναι τω όντι συγκινητικό: «Πιστεύω – έγραφε ο Καλοµοίρης – πως µέσα στον Παλαιολόγο έκλεισα όλους τους ψαλµούς και τους χυµούς της γέρικης καρδιάς µου, σαν το παλιό δέντρο που, πριν φύγει για πάντα και γείρει τους κλώνους του να πέσει στην µαύρη γης, θέλει να ανθίσει µια τελευταία φορά και να χαρίσει στον κάµπο την στερνή του ευωδία και τα τελευταία του φύλλα. Γι’ αυτό αντικρύζω την µουσική του Παλαιολόγου µε κάποιο δέος, ξέροντας πως είναι το στερνό µου τραγούδι...». 
ΣΤΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ
1883
Γεννιέται στη Σμύρνη.
1899
Τελειώνει το γυμνάσιο στην Κωνσταντινούπολη και φεύγει για μουσικές σπουδές στη Βιέννη.
1908
Κάνει την πρώτη του εμφάνιση στην Αθήνα ως συνθέτης.
1910
Επιστρέφει οριστικά στην Αθήνα από το Χάρκοβο και διορίζεται καθηγητής πιάνου και θεωρητικών στο Ωδείο Αθηνών.
1916
Δίνεται η πρεμιέρα του «Πρωτομάστορα», της πρώτης σκηνικής δημιουργίας του .
1919
Ιδρύει το Ελληνικό uni03A9δείο και διορίζεται γενικός επιθεωρητής σε όλες τις στρατιωτικές μπάντες των Αθηνών.
1926
Ιδρύει το Εθνικό uni03A9δείο το οποίο διευθύνει ως το τέλος, σχεδόν, της ζωής του .
1945
Εκλέγεται μέλος της Ακαδημίας Αθηνών .
1961
Ολοκληρώνει τον «Κωνσταντίνο Παλαιολόγο» και την επόμενη χρονιά πεθαίνει, προτού δει το κύκνειο άσμα του να ανεβαίνει στη σκηνή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου